«Περί γεροντισμού»

Ο π. Μακάριος από το κελί «Μαρουδά», Άγιον Όρος

Όλοι λίγο πολύ αισθανόμαστε το αδιέξοδο που οδηγούμαστε από τη σημερινή κατάσταση της κοινωνίας. Η αγάπη μακριά από τη ζωή μας.  Η αίσθηση ασφάλειας λείπει από τα μικρά μας χρόνια γιατί η οικογένεια είναι σχεδόν διαλυμένη.

Οι άνθρωποι προσπαθούμε από κάπου να πιαστούμε. Μια διέξοδος είναι η θρησκεία. Στην πατρίδα μας η εκκλησία από τον μεσοπόλεμο δέχθηκε μεγάλο πλήγμα. Ξενόφερτα συστήματα ιδεολογικά, ηθικολογικά μακριά από την απλή πίστη και παράδοση του λαού μας μπήκαν για να αποτελειώσουν ότι πνευματικό είχε μείνει. Είμαστε Έλληνες ανεξάρτητοι χαρακτήρες, ελεύθεροι. Ζούμε μέσα στο φως κλιματικά και γι’ αυτό έχουμε και το πνευματικό φως της ορθοδοξίας. Το φως αυτό δημιούργησε τη γλώσσα μας και μ’ αυτήν διατύπωσαν οι Άγιοι Πατέρες τα λεπτά νοήματα της θεολογίας. Βρίσκοντας κουρασμένο υλικά και πνευματικά το λαό μας οι εκ βορρά «σωτήρες» ήρθαν να μας δώσουν με τον τρόπο τους «ξαναζεσταμένη σούπα» το δήθεν φως του ευαγγελίου. Ο Χριστός ήρθε «ίνα ζωήν έχομεν εν Αυτώ».  Δεν ήρθε να μας δώσει νόμους και κανόνες για μια δήθεν χριστιανική ζωή. Ήρθε να μας ανοίξει την καρδιά να αγαπήσουμε, να Τον ποθήσουμε. Ήρθαν λοιπόν οι εκ βορρά «σωτήρες», βρήκαν πρόσφορο έδαφος στα μυαλά κάποιων διανοούμενων χριστιανών και προσπάθησαν μαζί με την υλική ανασυγκρότηση του τόπου μας να μας διδάξουν την θρησκεία τους. Ήταν άνθρωποι έντιμοι, καλοπροαίρετοι, συνεπείς σ’ αυτό που δίδασκαν χωρίς ίχνος φανερής ιδιοτέλειας και αυτό επηρέασε πολλούς πνευματικά ταλαιπωρημένους ανθρώπους να προσχωρήσουν στον νέο τρόπο θρησκευτικής ζωής. Σίγουρα υπήρχε ανεπάρκεια στους κόλπους της εκκλησίας μας αλλά αυτοί οι νέοι «ιεραπόστολοι» βλέποντας υποτιμητικά την τροφό μας Εκκλησία που δεν ανταποκρινόταν στα standards τους, έκαναν τις παραεκκλησιαστικές οργανώσεις.

Και έδρασαν για αρκετές δεκαετίες οι οργανώσεις αυτές αλλοτριώνοντας την πνευματική κατάσταση του λαού μας. Έκαναν ζημιά που ούτε η τουρκοκρατία, ούτε οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ούτε ο εμφύλιος σπαραγμός δεν μπόρεσαν να κάνουν και όλα αυτά χωρίς καμία κακή πρόθεση αλλά γιατί θέλησαν ιδεολογικά να συμπληρώσουν το έργο της Εκκλησίας- υποτονισμένης έως ανύπαρκτης γι’ αυτούς-χωρίς την απλότητα της ορθόδοξης πίστης, χωρίς καρδιά.

Συμπορεύτηκαν με την εξουσία, με τις δεξιές κυρίως κυβερνήσεις της χώρας με αποκορύφωμα τη συνεργασία τους με τη δικτατορία. Τότε κυριάρχησαν στην εκκλησία. Κάθε πράγμα έχει και τέλος. Άλλαξε η πολιτική κατάσταση, άλλαξε και η εκκλησιαστική. Άνθρωποι που μεσουρανούσαν αναγκάστηκαν να αποσυρθούν και δυστυχώς κάποιοι από αυτούς βρήκαν καταφύγιο σε μοναστήρια και κυρίως στο Άγιον Όρος.  Αυτοί που πολέμησαν παλαιότερα τον μοναχισμό ως μη «παραγωγικό, ως μη έχοντα έργα ευσεβείας», αυτοί που θεωρούσαν τους μοναχούς ως τους αποτυχημένους της κοινωνίας, αυτοί αναγκάστηκαν να μπουν σε μοναστήρια. Κάποιοι προσαρμόστηκαν και μεγαλούργησαν, άλλοι όμως είχαν ανάγκη να αποδείξουν στους κύκλους από τους οποίους έφυγαν ότι δεν ακολούθησαν την «αποτυχία» στα μοναστήρια και προσπάθησαν να δίνουν το στίγμα τους ως «Γέροντες» πλέον. Η ψυχολογία, η εκκλησιολογία τους δεν άλλαξε. Ο ηθικισμός η προβολή του πνευματικού «έργου» έμειναν στα ίδια περίπου επίπεδα, τώρα όμως καπηλεύτηκαν και το κύρος που προσδίδει το ράσο και δη του Μοναχού, μάλιστα δε του Αγιορείτη. Και εδώ έχουμε το φαινόμενο του γεροντισμού.

Αυτή την εποχή έχουμε πολλές εκδόσεις πνευματικών, ασκητικών βιβλίων. Υπάρχει η στροφή προς την παράδοση. Δημιουργείται ανάγκη για καθοδήγηση των πιστών, ανάγκη για εξομολόγηση, συγχέοντας την εξαγόρευση των λογισμών ενός μοναχού με την εξομολόγηση των κοσμικών. Αναθέτουν οι Επίσκοποι το λειτούργημα της πνευματικής πατρότητας σε πρόσωπα χωρίς πείρα, χωρίς ωριμότητα για να καλύψουν τις δήθεν ανάγκες. Οι γλυκεροί συνήθως έπαινοι για τη βοήθεια που παίρνουν τα «πνευματικά τέκνα» δημιουργούν μια αίσθηση ναρκισσισμού και απομάκρυνσης από την πραγματικότητα. Η ανάγκη για δήθεν συχνή επαφή με τον Πνευματικό δημιουργήθηκε από την έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας μέσα στην οικογένεια. Νομίζουμε οι ιερείς, ότι κάνουμε πνευματικό έργο ενώ ικανοποιούμε συνήθως ψυχολογικές ανάγκες, «καβαλάμε το καλάμι και το παίζουμε Γέροντες».

Με τη μετάφραση πολλών βιβλίων από τη ρωσική παράδοση, προσπαθούμε να μιμηθούμε συνήθειες λαών ορθοδόξων μεν στο δόγμα που είναι όμως μακριά από τη δική μας μεσογειακή παράδοση. Οι βόρειοι λαοί ζουν μέσα στο κρύο, στην ομίχλη, αναγκασμένοι να ζουν με πολύ πειθαρχία πράγμα που εμείς δεν το μπορούμε. Παρ’ όλα αυτά προσπαθούμε να τους μιμηθούμε και σ’ αυτήν την αρετή της υπακοής-έστω της μοναχικής, γιατί στον κόσμο υπακοή δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί όπως στο Μοναστήρι-την υποκαθιστούμε με την πειθαρχία. Ένας άλλος λόγος που έπιασε ο θεσμός των Στάρετς-Γερόντων είναι η ανευθυνότητα. Προσπαθούμε να αναθέσουμε τις ευθύνες μας σε κάποιον άλλον είτε πατέρας λέγεται αυτός ή πνευματικός, «Γέρων» κ.λπ. Κάθε σοβαρός άνθρωπος φέρει ακέραιη την ευθύνη των πράξεών του απέναντι στο Θεό. Η γνώμη του Πνευματικού μόνο συμβουλευτικό χαρακτήρα μπορεί να έχει. Για την ευθυνοφοβία μας μεγάλο ρόλο παίζει η τρομοκρατία που καλλιεργείται σήμερα παντού, σε πολιτικό, οικονομικό και κυρίως θρησκευτικό επίπεδο. Ψάχνουμε για σωτήρα επί της γης, για κάποιον που να πάρει την ευθύνη της σωτηρίας μας. Ένα ωραίο που άκουσα πρόσφατα είναι ότι όποιος το παίζει «σωτήρας»,  τη στιγμή που μόνον ο Χριστός σώζει, υποκαθιστώντας Τον, αυτομάτως γίνεται Αντίχριστος! Σωτήρ αντί Του Χριστού. Αυτό που η Εκκλησία μας μπορεί να κάνει για να αποφύγουμε αυτή την αρρώστια, είναι να μας επιστήσει την προσοχή έναντι των ευθυνών μας, απέναντι στο Χριστό και τον πλησίον. Πράγμα δύσκολο γιατί όλους μας δελεάζει η εξουσία πάνω στις ασθενείς κυρίως συνειδήσεις που πέφτουν θύματα του Γεροντισμού.

Ιερομόναχος Μακάριος,

Ι.Χ.Κ. Γενέσιον της Θεοτόκου, «ΜΑΡΟΥΔΑ»

Άγιον Όρος

29/04/-12/05/2014

Σχολιάστε