Τίτος Μανάκας – Διμοτειανός[1]
Ο ποιητής του έρωτα και της πικρίας

Τον Τίτο Μανάκα δεν ευτύχισα να τον γνωρίσω προσωπικά. Επί σειρά ετών, εάν δεν κάνω λάθος πέντε, κινούμασταν αφήνοντας το ψυχικό μας στίγμα σε διπλανά κτήρια, δίχως ποτέ να διασταυρωθούν οι δρόμοι μας.
Κυριολεκτικά, μια μεσοτοιχία ήταν αυτή που μας χώριζε. Εγώ, σπουδαστής μουσικής στο διπλανό απ’ την οικεία του ωδείο, σκάλιζα νότες στο πεντάγραμμο, αυτός ποιητής στου σπιτιού του τη γαλήνη κεντούσε ποιήματα στο χαρτί.
Η ζωή, όμως, επειδή δεν είναι μονοδιάστατη ούτε γνωρίζει από μονόδρομους, αδιέξοδα, θέλω κι άλλα τέτοια, όταν είναι να σου δώσει κάτι στο δίνει τη στιγμή που πραγματικά να ωφεληθείς. Κι αν όχι με άμεσο με έμμεσο τρόπο.
Ό,τι τα μάτια μου δεν είδαν, ό,τι τα αυτιά μου δεν άκουσαν, ό,τι το μυαλό μου δεν συνέλαβε και η ψυχή μου δεν αισθάνθηκε απ’ τον ίδιο τον Τίτο Μανάκα το είδαν, το άκουσαν, το συνέλαβε και το αισθάνθηκε από τους υπέροχους απογόνους του Γεώργιο, Δημήτριο, Μαρία, και τα καλλιτεχνικά του δημιουργήματα. Μέσα από τις γεμάτες αγάπη και αυθεντικότητα εξομολογήσεις τους γνώρισα πτυχές της ζωής και του έργου του ανθρώπου και ποιητή Τίτου Μανάκα.
Μου εμπιστεύτηκαν ανέκδοτες ποιητικές του δουλειές και σε συνδυασμό με την πρώτη εκδοθείσα ποιητική του συλλογή, «Ω, πικρόν μου Έαρ», μου δόθηκαν τα ερεθίσματα για να επιχειρήσω μια πρώτη –οφείλω να ομολογήσω δειλή- προσέγγιση, με τον καιρό να εμβαθύνω και εν τέλει να συμμετάσχω στον απολύτως περίτεχνα δομημένο ποιητικό του κόσμο και κατ’ επέκταση στην κοσμοαντίληψή του.

Παρενθετικά για να διευκρινίσω την φράση δειλή προσέγγιση αναφέρω πως δυο ήταν τα στοιχεία της ποίησης του Τίτου Μανάκα που μου προκάλεσαν δέος και δυσκολία[2] στο να την αφουγκραστώ, σε εύλογο, τουλάχιστον, χρονικό διάστημα: πρώτον το περίπλοκο της σκέψεώς του που απαιτούσε καθολική και αναπόσπαστη συμμετοχή του είναι μου για να το αποκρυπτογραφήσω ώστε να το αφομοιώσω, στο μέτρο του δυνατού, στην καθαρή του μορφή και δεύτερον ο πλουραλισμός του λεξιλογίου του.
Αξίζει να επισημανθεί πως στην ποίηση του Μανάκα «λέξεις παραμερισμένες, με το αιτιολογικό πως ανήκαν στην καθαρεύουσα, επανέρχονται ελεύθερες στην κοινωνία των φράσεων, συμβάλλοντας στον λεκτικό πλούτο[3]», κάτι που παραπέμπει στην ποιητική περίοδο του λυρισμού.
Οι περίπλοκοι γλωσσικοί τύποι, που συχνά πυκνά χρησιμοποιούνται από τον ποιητή και ίσως δημιουργούν γλυκές δυσκολίες κατανόησης στις νεότερες γενιές αναγνωστών (και στις οποίες ανήκει και ο γράφον), είναι, θαρρείς, έτσι επιλεγμένοι και τοποθετημένοι για να εξυψώνουν το νόημα, να λειτουργούν εμφαντικά προς όφελος μιας ιδέας και να προκαλούν την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη συναισθηματική συμμετοχή του αναγνώστη παρά να λειτουργούν αποτρεπτικά ή πόσο μάλλον ελιτίστικα.
Με γλώσσα, λοιπόν, πλούσια, ενίοτε τοπική μα οπτική παγκόσμια κατόρθωνε να αγγίζει, να συνδυάζει χωρίς δειλίες θέματα φαινομενικά άσχετα μεταξύ τους, αλλά κοινά και αλληλένδετα υπό τη σκέπη της ανθρώπινης ύπαρξης.
Η εμπιστοσύνη μου στο έργο του γιγαντώθηκε όταν συνειδητοποίησα πως μέρος των ανείπωτων κοινωνικών μου ανησυχιών βρήκαν συμπαραστάτη την ποίησή του. Τα διανοητικά μας γεννήματα συγγένευαν τόσο πολύ που διαβάζοντάς τον ένοιωθα τέτοια οικειότητα σαν να διάβαζα τον ίδιο μου τον εαυτό. Και τότε ήταν που καθισμένος αντίκρυ απ’ τις χαλκογραφίες του τον φαντάστηκα να μορφοποιεί, να ζωογονεί την ακατέργαστη ύλη. Τον φαντάστηκα ενόσω καλλιεργεί το αμπέλι του και περιποιείται το μελίσσι του να δέχεται τις επισκέψεις των Μουσών και να εμπνέεται.
Κι ύστερα, πάλι, αφού συλλάβει το έξωθεν κάλλος να το αφομοιώνει μετατρέποντάς το σε έσωθεν. Και σαν άριστος μεταφραστής των σκέψεών και συναισθημάτων του να μας το προσφέρει υπό μορφή ποίησης, χαλκογραφιών, εικαστικών πινάκων, κρασιού και μελιού.
Τον φαντάστηκα σαν θεότρελο κορυδαλλό που αγγίζει τους αιθέρες, σαν αιχμάλωτο αετό στα σίδερα των θρήνων, σαν ατίθασο άλογο των άφραγων λειμώνων[4]…
Αναφανδόν, η ποιητική αύρα συντρόφευε τον πολυπράγμων αυτόν άνθρωπο σε κάθε του δραστηριότητα, τόσο ώστε τα λόγια του Έκτορα Κακναβάτου, «μια αδιάπτωτη λατρεία για την Ποίηση, και δεν εννοώ μόνο την τυπική της μορφή του έναρθρου λόγου, μα την Ποίηση, με την ευρύτατη, σχεδόν αχανή σημασία του όρου. Αυτή που αναπηδά από τα βαθύτατα του είναι αποκαλύπτοντας μας τη χάρη που δόθηκε του ανθρώπου να πλαστουργεί μορφές, αναπλάθοντας έτσι τον κόσμο των πραγμάτων[5]…», να βρίσκουν δικαίωση στο πρόσωπο του, στη γραφίδα του, στο πινέλο του, στο κλαδευτήρι του.
Το πολυσχιδές του χαρακτήρα του, πέραν των καλλιτεχνικών του επιτευγμάτων, ομολογεί και η κοινωνική του λειτουργία. Οργανώνει εκ του μηδενός το Σώμα Ελλήνων Προσκόπων, διοργανώνει λογοτεχνικές και εικαστικές βραδιές, ιδρύει τον Πολιτιστικό Σύλλογο Διδυμοτείχου, την Κινηματογραφική Λέσχη και τον Αγροτικό Σύλλογο Διδυμοτείχου, του οποίου προεδρεύει επί σειρά ετών. Επίσης, εκλέγεται μέλος του Δ.Σ. του Γ.Ν.Δ. και πρώτος σε ψήφους Δημοτικός Σύμβουλος στο Δήμο Διδυμοτείχου.

Η παρατήρηση της στάσης ζωής που τηρεί σε κάθε του δραστηριότητα και πρωτοβουλία, αποκαλύπτει μια άξια θαυμασμού σύμπλευση και ενότητα στην ιδεολογική οπτική, στην ποιητική δημιουργία και την κοινωνική του λειτουργία. Πέραν του ότι η προαναφερόμενη ταύτιση αποτελεί βιωματική δήλωση ειλικρίνειας και συνέπειας, συνάμα αποκαλύπτει την αλληλουχία θεωρίας και πράξης. Κάνει σε όλους κατανοητό πως τις θεωρητικές του πεποιθήσεις τις υποστηρίζει και στην πρακτική του βίου του.
Ο Νίκος Πουλαντζάς έλεγε ότι: ΄΄Υπάρχει πάντα μια δομικά απόσταση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, ανάμεσα στη θεωρία και την πραγματικότητα’’ και ΄΄η απόσταση αυτή δεν σημαίνει μια τάφρο που δεν μπορούμε να τη γεμίσουμε, αλλά το αντίθετο: μέσα σε τούτη την απόσταση, την πάντοτε ανοικτή, σπεύδουν οι βουλωτές που καιροφυλακτούν… που κολλάνε στα κείμενα και που καταργούν την πραγματικότητα[6]’’.
Ο Τίτος Μανάκας προς απογοήτευση τυχόν καιροσκόπων βουλωτών, διαστρεβλωτών και καλοθελητών, ανέλαβε μόνος του, με μυστρί το γλωσσικό του πλούτο και καλέμι τη συντακτική του δεινότητα, το κτίσιμο της γέφυρας που γεφύρωσε τη θεωρία με την πράξη. Κι αυτό το γιοφύρι δεν ήταν άλλο απ’ την ποίηση (και τις επιφυλλίδες).
Τους στοχασμούς της διάνοιάς του τους μετουσίωνε σε μεστά κομψοτεχνήματα γενόμενος ο ίδιος ισορροπιστής και μεταφραστής του εαυτού του. Όχι για λόγους αυτοπροστασίας, αλλά συνείδησης. Γνώριζε και είχε ορίσει πως οι απειλές πηγάζουν από τον ιστορικό και κοινωνικοπολιτικό χώρο. Έτσι, ανέλαβε το καθήκον ΄΄να ρίχνει σταγόνες φως μες στο σκοτάδι. Να γίνεται, με το παράδειγμα της ζωής και του έργου του, πρότυπο καθαρότητας. Που σημαίνει να μην συμβιβάζεται. Να μην συνεργάζεται με ανθρώπους ή καταστάσεις που δεν εγκρίνει…’’ (Απόσπασμα από μια συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στο Γ. Πηλίχο, 1973)[7].
Η ικανότητά του να αφουγκράζεται την κοινωνία, τοπική και παγκόσμια, η γνώση της κοινωνικής θεωρίας και της ελληνικής πολιτιστικής καταγωγής, το βαθυστόχαστο και ανήσυχο του χαρακτήρα του, η ιδεολογική του πίστη και η ποιητική – εκφραστική του δεξιοτεχνία του έδιναν τη δυνατότητα να μιλάει για τα κοινωνικά φαινόμενα με τρόπο καίριο και έντονα βαρναλικό.
Προς αποφυγή τυχόν παρεξηγήσεων και παρερμηνειών διευκρινίζω ότι το λεκτικό και η μορφή των ποιημάτων τους παρουσιάζουν εξόφθαλμες διαφορές, η διάθεση όμως και η υφή τους έχουν κοινά στοιχεία.
Κάποιες από τις εκφραστικές ομοιότητες που παρατηρώ, πέραν του έντονου λυρισμού που διαπνέει εν γένει το έργο και των δύο, στα ποιήματα «Ενόμιζαν» και «Εσυνάχθησαν» του Μανάκα και «Η Μπαλάντα του κυρ-Μέντιου», «Οι Μοιραίοι» και στην παρωδία «Το Αν του Κίπλινγκ» του Βάρναλη είναι ο σαρκασμός, η αθυροστομία, η τόλμη και η ειρωνεία.
Επίσης, η κοινωνική τους ευαισθησία διατυμπανίζεται «Στις ώρες της αγρύπνιας μου Α΄-Β΄» και «Ωδές 8 σε ήχο Δ΄» του πρώτου και στο αριστουργηματικό «Το φως που καίει» του δεύτερου.
Τέλος, νομίζω πως δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητοι οι (παρεμφερείς) λόγοι που οδήγησαν τον μεν Τίτο Μανάκα εκτός ΔΕΗ τον δε Κώστα Βάρναλη εκτός εκπαίδευσης.
Αυτό που ανέκαθεν με προβλημάτιζε και εξακολουθεί να με προβληματίζει είναι το σε ποια εκ των ποιητικών γενεών πρέπει (;) να καταταχθεί ο Τίτος Μανάκας.
Αν και με τις εκτενείς μελέτες τους οι Αλέξανδρος Αργυρίου, Ανέστη Ευαγγέλου και Κώστα Γ. Παπαγεωργίου έχουν θέσει τα κύρια κριτήρια της γενεαλογικής κατάταξης των ποιητών, θεωρώ πως ο Μανάκας παρουσιάζει κάποιες ιδιαιτερότητες οι οποίες, βάσει του δικού μου σκεπτικού και αντίληψης, δημιουργούν δυσκολίες στην κατάταξή του και τις οποίες ευθύς αμέσως παραθέτω.
Γεννημένος στα 1934 και ζώντας τα γεγονότα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, της απελευθέρωσης, των Δεκεμβριανών και του εμφυλίου, τις δεκαετίες των ιδεολογικών διωγμών, του κοινωνικού στιγματισμού και της πολιτικής αστάθειας, αλλά και τη δικτατορία, τη μεταπολίτευση και τη δεκαετία του εκσυγχρονισμού δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστος σαν προσωπικότητα, κατ’ επέκταση ως ποιητής, απ’ το σύνολο αυτών των εμπειριών θεωρώντας το αυτονόητο, όλα αυτά τα βιώματα, να εκφραστούν ανάλογα στο έργο του.
Μπορεί, με κριτήριο τη χρονολογία γεννήσεώς του αυτομάτως να κατατάσσεται στη δεύτερη μεταπολεμική γενιά, τη «χαμένη γενιά» όπως έχει επικρατήσει και λέγεται μιας και ήταν σφηνωμένη ανάμεσα στην πρώτη και τη γενιά του ’70 ή της «αμφισβήτησης», αλλά, εκτός του ότι οι πρώτες ποιητικές του διαδρομές ξεκινούν τη δεκαετία του ’40, δεν νομίζω πως εμφανίζεται θεματολογικά διαφοροποιημένος από αυτούς της πρώτης γενιάς, επειδή δεν διαδραμάτισε, λόγω της ηλικίας του, κάποιο ρόλο στα γεγονότα της συγκεκριμένης δεκαετίας. Η μη συμμετοχή του στα γεγονότα ή το νεαρό της ηλικίας του, σαφώς, δεν δηλώνει αναισθησία ή αδυναμία αντίληψης της κοινωνικοπολιτικής κατάστασης της εποχής.
Μεγαλωμένος στα χρόνια της κατοχής και του εμφυλίου σπαραγμού το έργο του έχει πολλά κοινά με τους ποιητές της πρώτης είναι ποτισμένο και συχνά το διακρίνει μια πικρία και μια οδύνη, που προέρχεται από τα αισθήματα που προκάλεσε η κατάρρευση όλων των μύθων και προσδοκιών, που γαλούχησαν μεγάλο τμήμα της γενιάς αυτής[8].
Από την άλλη δεν αρνούμαι πως τα έργα του έχουν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, βιωματικό χαρακτήρα αγγίζοντας και υπαρξιακά θέματα, όπως π.χ. η μοναξιά, η θλίψη κάτι που αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμα της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.
Πέραν του έτους γέννησης και της ύπαρξης κοινού κοινωνικοπολιτικού προσδιορισμού και ομόλογων θεματικών και εκφραστικών τάσεων, σημαντικό ρόλο στην κατάταξη παίζει και ο χρόνος έκδοσης του πρώτου βιβλίου.
Το πρώτο και μοναδικό βιβλίο του Μανάκα εκδόθηκε στα 1998, οπότε ανήκει και στη γενιά του ’90 (!).
Πιστεύω πως όλα τα προαναφερόμενα προβάλλουν αντικειμενικές δυσκολίες στο θέμα της κατατάξεως και κατά το μάλλον ή ήττον δικαιολογούν τον προβληματισμό μου.
Σημαντικό βοήθημα, τόσο στην σφαιρικότερη κατανόηση του ποιητή όσο και στην κατάταξή του σε κάποια εκ των γενεών, θα αποτελούσε η έκδοση των απάντων του –ως γνωστόν η εργογραφία του αριθμεί περί τα 2.000 ποιήματα- επιμελημένη κατά χρονολογική σειρά συγγραφής ή/και δημοσίευσης ώστε να καλυφθεί όλη η διαδρομή του από το πρώτο ποίημα, την πρώτη εκδοθείσα συλλογή και την τελευταία του πνευματική σύλληψη.
Όπως γίνεται αντιληπτό τα 32 ποιήματα της συλλογής «ω, πικρόν μου Έαρ» ούτε σαν αντιπροσωπευτικό δείγμα δεν μπορούν να λειτουργήσουν, μπροστά στα χιλιάδες ανέκδοτα που εκεί μέσα πιστεύω ότι κρύβεται και υπάρχει ένας τεράστιος πλούτος συναισθημάτων, εμπειριών και πληροφοριών.
Έχοντας κατά νου τα παραπάνω διλλήματα παραθέτω αποσπάσματα από το ανέκδοτο ποίημα του Μανάκα «στις ώρες της αγρύπνιας μου / παρουσίες 7 / πρώτη» και το «ΜΙΛΩ…» του Μανόλη Αναγνωστάκη, μιας και βρίσκω κοινούς τόπους:
«Στις ώρες της αγρύπνιας μου βλέπω τραγικά υπολείμματα ψυχών και σωμάτων
να σταλίζουν εμπύρετα επί της οδού των απατηλών ονείρων ως ότου
το «αναγκαίον» να εξασφαλίσουν` και αφρούρητη βλέπω την οδό των θανάτων»
και
«Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουν δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους[9]»
Εκτός του ότι είναι γραμμένα στη σύγχρονη στιχουργική τεχνοτροπία παρουσιάζουν έντονο το αίσθημα τις θλίψεως, της αγωνίας, της κοινωνικής παρατηρητικότητας. Αισθήματα που μαζί με αυτό του αδιεξόδου (κ.α.) απαντώνται συχνά στα έργα και των δυο, ασχέτως κι αν ανήκουν σε διαφορετικές γενιές.
Από την άλλη, τα ποιήματα «δεκάξι ωδές σε ήχο πλ. του τρίτου» και «επί λίθων και μαρμάρων» βρίθουν βιωματικών χαρακτηριστικών, με έντονη τη διάθεση της αυτοκριτικής ή ακόμη και της απολογίας, ιδιαίτερα στο πρώτο. Καθώς προαναφέρθηκε, η βιωματική ποιητική τεχνοτροπία είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς.
Και συνεχίζοντας: ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τον ηθικό – διδακτικό προορισμό του ποιήματος «Εσπεράντσα» και τ’ ότι αποτελεί ποιητική μετουσίωση της κοσμοθεωρίας και της, με κόπο και πόνο, αποκτηθείσας κοινωνικής εμπειρίας του ποιητή. Και πώς να μην μπεις στον πειρασμό να το παραλληλίσεις -τηρουμένων πάντα των αναλογιών- με το μεγαλειώδες ποίημα «Ιθάκη», του Κ.Π. Καβάφη.
Έπειτα, γιατί να θεωρηθεί υπερβολή αν το ιστορικό ποίημα «έτσι χάσαμε τον Οδυσσέα» συγκριθεί με τ’ αντίστοιχα (ιστορικά) του προαναφερόμενου μεγάλου μας ποιητή.
Βλέπουμε πως ευθύς αμέσως ξανοίγεται μπροστά μας μια ακόμα, διαφορετική, διάσταση του ποιητικού κόσμου του Μανάκα.
Συνοψίζοντας τα προγραφόμενα διαπιστώνουμε το εξής: η ποιητική παλέτα του Μανάκα διαθέτει χρωματισμούς κοινωνικοπολιτικούς, βιωματικούς, ηθικούς – διδακτικούς, ιστορικούς και φυσικά δεν θα μπορούσαν να λείπουν οι λυρικοί – ερωτικοί.
Ενδεικτικά του ερωτισμού που αναβλύζουν τα γραπτά του είναι τα ποιήματα «Εδώνα», «Ρομάντσα» και ιδιαίτερα το «Ενθύμιες ώρες» (από την ποιητική συλλογή «Ω, πικρόν μου Έαρ»). Ερωτισμό που η ψυχή μου ξανασυναντάει, με την ίδια ένταση και προπαντός ειλικρίνεια στα «Επιστολές και Ποιήματα (1942 – 1946)» του Ναζίμ Χικμέτ και «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας» του Τάσου Λειβαδίτη.
Ελπίζοντας η συναισθηματική φόρτιση που μου προκαλεί η παράλληλη μα και διασταυρούμενη ανάγνωση των προαναφερόμενων ποιημάτων να μην απειλούν ή καταργούν εντελώς την αντικειμενικότητα, παραθέτω αποσπάσματα αρχικά από το «Ενθύμιες ώρες» του Μανάκα – Διμοτειανού και κατόπιν απ’ τα «ΧΧΙΙ Επιστολές και Ποιήματα» του Χικμέτ και «Αυτό το αστέρι είναι για όλους μας» του Λειβαδίτη, καθώς, νιώθω πως γράφτηκαν για να αλληλοσυμπληρωθούν:
«Σε βλέπω πάλι –με τα μάτια της ψυχής μου- να βουτάς
τα όμορφα ’λαφενια πόδια σου στο αφρισμένο κύμα
και κείνο να τα γλείφει και να ξεψυχά!..
βλέπω κι εμένα… με αγάπη να γλυκοφιλώ
τα φλογισμένα σου ματόκλαδα τα βελουδένια.»
«Τι όμορφο πουναι να σε συλλογιέμαι.
Να τόνα χέρι σου σ’ ένα ύφασμα γαλάζιο ξεχασμένο
Και να μές στα μαλλιά σου
Η ραθυμία η περήφανη της Ιστανμπούλ της γης μου
Σαν ένας άλλος άνθρωπος μέσα σε μένα
Είναι η ευτυχία να σ’ αγαπώ.[10]»
και
(ΙΙ)
«Τα μαλλιά σου είναι μαύρα όπως μιά νύχτα, στό στόμα σου ανασαί-
νει ολάκερη η άνοιξη
Όλα μπορούσανε να γίνουνε στον κόσμο, αγάπη μου
τότε
που μου χαμογελούσες.
Στην πιό μικρή στιγμή μαζί σου, έζησα όλη τη ζωή.
Ήξερες να δίνεσαι, αγάπη μου. Δινόσουνα ολάκερη
και δεν κράταγες για τον εαυτό σου
παρά μόνο την έγνοια αν έχεις ολάκερη δοθεί.[11]»
Τα εν λόγω έργα, το καθένα μόνο του και τα δυο μαζί, τα θεωρώ απαραίτητα εργαλεία στη σπουδή της αγάπης και ιδιαίτερα της χωρίς κατοχή αγάπης[12]. Πόσο απροσδόκητα ωραίες συναντήσεις γίνονται στο αιώνιο μονοπάτι της Ποίησης και της τέχνης εν γένει!
Ο ήρωας του «Ενθύμιες ώρες», δείχνει να ζει στις αναμνήσεις και τη φαντασία την τραγικότητα της διττής απώλειας, ψυχής και γυναικός. Αφήνει να εννοηθεί πως σε κείνες τις σφαίρες αναζητά και ουτοπικά ξαναβρίσκει το δεσμευμένο μέρος της ψυχής του. «Δεν τρελαίνεται για το θήλυ –αλλά για τη συγκεκριμένη γυναίκα και για καμιάν άλλη[13]» μιας και αυτή, η μ ί α, είναι που κρατάει δέσμιο μέρος της ψυχής του. Κι αυτό συμβαίνει γιατί «ένας άνδρας αναγνωρίζει πάνω σε μια γυναίκα τον εαυτό του[14]». «Στον έρωτα ο άνθρωπος δοκιμάζει έκσταση αλλά και πόνο. Το δόσιμο στον άλλο είναι σε ένα βαθμό μια αυτοαπώλεια[15]».
Εξίσου ευρηματικός είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται, από τον ποιητή, να συμμετέχουν ο χώρος ως φύση, θάλασσα, ακρογιάλι και ο χρόνος ως Αύγουστος που διάζεται.
Αχ! συντρόφισσα σύμπασα η πλάση σ’ έναν έρωτα, συντρόφισσα και στην αναπόληση.
Ασφαλώς, απ’ τα ποιήματα του Τίτου Μανάκα δεν θα μπορούσε ν’ απουσιάζει η φύση τόσο ως χώρος πραγμάτωσης των ερώτων -όπως παραπάνω- όσο σαν περιβαλλοντική, οικολογική συνείδηση και ευαισθησία.
Το ανήσυχο είναι του ποιητή ήταν αδύνατον να μην εντοπίσει, αποτυπώσει και διατυμπανίσει το διαγούμισμα της φύσης και των μνημείων αυτής. Τη γνώριζε καλά και την πονούσε (τη φύση) ο αμπελουργός και μελισσοκόμος κι αυτή ανταποδοτικά και με γαλαντομία του χάριζε τους καρπούς της.
Με τον αυστηρό, άμεσο, καταγγελτικό ποιητικό τόνο έστελνε τα βέλη του λόγου του προς τους απανταχού υπευθύνους. ΄΄Κάποτε ήταν θείος μήνας ο Ιούλιος. Σήμερα κατάντησε δράκοντας αιμοδιψής και λυσσαλέος. Αγρίεψαν τον Ήλιο οι έμποροι της γαλήνης των λαών της οικουμένης. Ανάθεμά τους!!!’’, είναι η «Θλιβερή διαπίστωση» του από το ανέκδοτο ποίημα «Στην ενός λεπτού σιγή».
Κοιτάζοντας μέσα του έβλεπε όλη την πλάση, κοιτάζοντας γύρω του έβλεπε τον εαυτό του. Απ’ αυτή τη σχέση γεννήθηκε ο αλληλοσεβασμός.
Σ’ αυτό το σημείο ας μου επιτραπεί μια παρένθεση. Ο τρόπος που θεώρησα πως θα με βοηθούσε να χωρέσω την απεραντοσύνη της προσωπικότητας του Τίτου Μανάκα μέσα μου, ήταν να τον συντμήσω στη φράση «ο ποιητής της πικρίας και του έρωτα». Δύο συναισθήματα αντιφατικά μα άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ποιος έρωτας δεν προσφέρει πικρίες και ποιες πικρίες δεν επουλώνονται με τον έρωτα!..
Δυο συναισθήματα που κατακλύζουν τα γραπτά του, ιδιαίτερα δε, αυτά που μιλούν για τον τόπο του, το Διδυμότειχο και τη Θράκη γενικότερα. ΄΄Η σχέση μου με το Διδυμότειχο και με την πεφιλημένη Θράκη τολμώ να πω ότι αγγίζει τα όρια του ερωτισμού[16]’’, ομολογεί ο ποιητής.
Ας μου επιτραπεί να συμπληρώσω πως, πλέον ξεκάθαρα, στα έργα που μιλούν για τη γενέτειρά του, ο ερωτισμός συναντάει την πικρία. Ίσως η πλάστιγγα να γέρνει προς τη δεύτερη.
Το ποίημα “Συλλείτουργο” πέραν του ότι είναι η αποτύπωση αυτοβιογραφικών εμπειριών από τη γένεθλη είναι και η μετουσίωση των δυο προαναφερόμενων συναισθημάτων.
Γενικεύοντας, νιώθω πως η αποτύπωση των συναισθημάτων του στο χαρτί, αποτελούσε την εξομολόγησή του και την ανυστερόβουλη θέληση να κοινωνήσει τις ενδόμυχες πικρίες και ερωτισμούς του. ΄΄Είναι και παρόρμηση εσωτερική και μέσον διαφυγής εκ του ασφυκτικού εναγκαλισμού της απέλπιδος αφωνίας του παρόντος[17]’’, δήλωσε ο ίδιος ο ποιητής σε συνέντευξή του.
Μ’ αυτό τον τρόπο έδωσε στα δημιουργήματά του το προνόμιο να είναι ενεργοί συμμέτοχοι στη βιωματική του και ταυτόχρονα να αυτονομηθούν, να αποκτήσουν οντότητα ακολουθώντας τη δικιά τους πορεία στο χώρο, το χρόνο (και την κριτική).
Θα κλείσω φέρνοντας στο νου τα λόγια του Θ. Σ. Έλιοτ: «Το ιστορικό αίσθημα υποχρεώνει [τον ποιητή] να γράφει όχι μόνο με τη δική του γενιά μέσα στα κόκκαλά του, αλλά με την αίσθηση ότι ολόκληρη η λογοτεχνία της Ευρώπης από τον Όμηρο, και μέσα σ’ αυτήν ολόκληρη η λογοτεχνία του τόπου του, αποτελεί μια ταυτόχρονη τάξη[18]«.
Τελικά και βάσει των λόγων του Έλιοτ νομίζω πως δεν αποτελεί νομοτέλεια η κατάταξη των ποιητών σε κάποια από τις γενεές, δεν νομίζω πως υπάρχει κάτι που ν’ απαγορεύει την συστέγαση παραδοσιακών και μοντέρνων, της γενιάς του ’30 και αυτής του ’90 υπό την κοινή σκέπη του Ωραίου και της Αλήθειας. Ας τους αφήσουμε, λοιπόν, να ανήκουν στους Αιώνες!..
ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Δυο ήταν οι αντικειμενικές δυσκολίες που συνάντησα κατά τη διάρκεια των προσπαθειών μου να εξωτερικεύσω τα συναισθήματα που ενδόμυχα γεννώνται από τη μελέτη της ποίησης του Τίτου Μανάκα – Διμοτειανού.
Πρώτη, το μη αντιπροσωπευτικό των εκδοθέντων του ποιημάτων και το μεγάλο χρονικό κενό που υπάρχει από τις πρώτες του ποιητικές ιχνηλασίες ως την μια και μοναδική εκδοθείσα ποιητική του συλλογή. Το θέμα αναλύθηκε παραπάνω και δεν το κρίνω σκόπιμο να επιμείνω.
Δεύτερη, το γεγονός πως δεν είμαι γραφιάς (ούτε κριτικός). Αν εξαιρέσουμε κάποιες λογοτεχνικές αναλύσεις για τις ανάγκες του μαθήματος της Ωδικής στις μουσικές μου σπουδές, η σχέση μου με την ποίηση είναι αυτή ενός, ένθερμου, αναγνώστη. Θέλω να πω πως για ένα κείμενο που διαβάζεται σε δέκα λεπτά χρειάστηκαν τρεις μήνες για να το ολοκληρώσω. Πραγματικά, πόνεσε η ψυχή μου.
Απ’ την άλλη, ήταν μια χρυσή ευκαιρία για περαιτέρω εμβάθυνση τόσο στο έργο του Τίτου Μανάκα όσο και στων λοιπών Ελλήνων και Ξένων ποιητών στην προσπάθειά μου να ανακαλύψω τι είναι αυτό που τους ενώνει.
Τέλος, ευχαριστώ απ’ τα βάθη της καρδιάς μου τον δάσκαλο μου, που με τιμά και με τη φιλία του, Γεώργιο Μανάκα, για την τιμή να επιλέξει την μετριότητά μου γι’ αυτή τη δύσκολη μα συνάμα ωραία προσπάθεια λογοτεχνικής προσέγγισης του έργου του πατέρα του και ποιητή Τίτου Μανάκα!..
Αλεξανδρούπολη, 12 (25) Μαρτίου 2008
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Ανθολογία Περάνθη, Β’ τόμος, εκδ. Έργων Περάνθη
2. Νίκος Α. Πουλαντάς, Το Κράτος Η Εξουσία Ο Σοσιαλισμός, εκδ. Θεμέλιο
3. Χ. Τσολάκης, Κ. Αδάλογλου, Α. Αυδή, Ε. Λόππα, Δ. Τάνης, Δ. Τομπαίδης, Έκφραση – Έκθεσηγια το Λύκειο, τεύχος Β’, ΟΕΔΒ, Αθήνα
4. Εγκυκλοπαίδεια Επιστήμη και Ζωή, Τόμος 2
5. Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα Ποιήματα 1941 – 1971, Νεφέλη, Αθήνα 2000
6. Ναζίμ Χικμέτ, Ποιήματα, πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος
7. Τάσου Λειβαδίτη, Απανθίσμα, επιλογή Γιώργος Δουατζής, Κέδρος
8. Paulo Coelho, Ο Αλχημιστής, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1996
9. Κωστή Παπαγιώργη, Ίμερος και Κλινοπάλη, Καστανιώτη 1992
10. π. Φιλόθεος Φάρος, Έρωτος Φύσις, Αρμός 2005
11. Θ.Σ. Έλιοτ, Η Έρημη Χώρα, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, Ίκαρος
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΕΝΔΟΧΩΡΑ, τεύχος 97, Μάιος 2009
[2] Η δυσκολία ή όχι επικοινωνίας μ’ ένα ποιητικό έργο εξαρτάται από την ικανότητα και κυρίως τη διάθεση του αναγνώστη κι όχι του ποιητή. Ο ποιητής έχει πάντα τη θέληση για επικοινωνία και το γεγονός της αυτοεκθέσεώς του, μέσω ποιητικού λόγου, το αποδεικνύει.
[3] Ανθολογία Περάνθη, Β’ τόμος, εκδ. Έργων Περάνθη, σ. 91.
[4] Οι εν λόγω ελαφρώς παραφρασμένες μεταφορές αποτελούν δάνειο από το ποίημα του Τ.Μ. «Στους Ποιητές».
[5] Έκτορας Κακναβάτος, Καημός για την Ποίηση, Διαδικτυακή Πηγή.
[6] Νίκος Α. Πουλαντζάς, Το Κράτος Η Εξουσία Ο Σοσιαλισμός, Θεμέλιο, σ. 30.
[7] Χ. Τσολάκης, Κ. Αδάλογλου, Α. Αυδή, Ε. Λόππα, Δ. Τάνης, Δ. Τομπαίδης, Έκφραση – Έκθεσηγια το Λύκειο, τεύχος Β’, ΟΕΔΒ, Αθήνα, σ. 164.
[8] Εγκυκλοπαίδεια Επιστήμη και Ζωή, Τόμος 2, σ. 84.
[9] Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα Ποιήματα 1941 – 1971, Νεφέλη, Αθήνα 2000, σ. 130.
[10] Ναζίμ Χικμέτ, Ποιήματα, πρόλογος και απόδοση Γιάννη Ρίτσου, Κέδρος, σ. 66
[11] Τάσου Λειβαδίτη, Απάνθισμα, επιλογή Γιώργος Δουατζής, Κέδρος, σ. 28-29
[12] Paulo Coelho, Ο Αλχημιστής, Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1996, σ. 159
[13] Κωστή Παπαγιώργη, Ίμερος και Κλινοπάλη, Καστανιώτη 1992, σ. 83.
[14] οπ.π., σ. 83.
[15] π. Φιλόθεος Φάρος, Έρωτος Φύσις, Αρμός 2005, σ. 186.
[16] Συνέντευξη στο Βασίλη Κάργα, Αγγελιοφόρος, 4 Αυγ 1999
[17] οπ.π.
[18] Θ.Σ. Έλιοτ, Η Έρημη Χώρα, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, Ίκαρος, σ. 40.