«ΕΓΚΛΗΜΑ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΙΑ»

Κάποιοι άνθρωποι, αυτές τις μέρες στη Δράμα, αποφάσισαν να εισβάλουν στο βουνό —όχι ως διαβάτες, όχι ως επισκέπτες της άγριας ζωής, αλλά ως θύτες. Μπήκαν στο φυσικό περιβάλλον μιας αρκούδας, ενός πλάσματος που δεν γνωρίζει από σύνορα, τίτλους και ιδιοκτησίες, και την εκτέλεσαν. Δεν την αντιμετώπισαν ως αυτό που είναι: ένα ζώο που απλώς ζει, αναπνέει, τρέφεται, μεγαλώνει μέσα στον δικό της χώρο. Μπήκαν εκεί που δεν τους αναλογεί, με όπλα —με τη ψυχρή βεβαιότητα πως η τεχνολογία της βίας τους δίνει και το δικαίωμα της βίας.

Και μέσα σε αυτή την πράξη, δεν προσέβαλαν μόνο τη φύση. Προσέβαλαν την ίδια τη Δημιουργία και τον Δημιουργό, που εμπιστεύτηκε στον άνθρωπο τη φροντίδα της ζωής, όχι την καταστροφή της.Και όμως, δεν αρκέστηκαν στη θανάτωση. Προχώρησαν παραπέρα∙ εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να είναι άνθρωπος και γίνεται κάτι πιο σκοτεινό, πιο ωμό. Αποκεφάλισαν την αρκούδα, σαν να ακολουθούσαν τις αποτρόπαιες πρακτικές που έχουμε δει σε φανατικούς, σε τζιχαντιστές, σε κόσμο που θεωρεί την ταπείνωση αναπόσπαστο κομμάτι της βίας. Η πράξη αυτή δεν προδίδει μόνο κυνισμό. Προδίδει πρόθεση να μειωθεί η ίδια η αξία της ζωής —να μετατραπεί το ζώο σε «λάφυρο», σε τρόπαιο, σε κάτι που δεν αισθάνεται, δεν πονά, δεν αξίζει σεβασμό.


Και μαζί με όλα αυτά, προδίδει και την πιο βαθιά ασέβεια προς το δώρο της ζωής∙ προς αυτό που δεν δημιουργήσαμε εμείς και όμως το ποδοπατούμε σαν να μας ανήκει.Δεν υπάρχει τίποτε «φυσικό» σε αυτή την πράξη. Η χρήση πυροβόλων όπλων μέσα στη φύση δεν μοιάζει με κυνήγι∙ μοιάζει με στρατιωτική επιχείρηση απέναντι σε ένα ανυπεράσπιστο πλάσμα. Είναι η τεχνολογία του πολέμου που εισβάλλει στο δάσος και το μετατρέπει σε πεδίο εξόντωσης.

Και ας μην κοροϊδευόμαστε: τέτοιες συμπεριφορές δεν σταματούν στα ζώα. Η ψυχολογία της κτηνωδίας, της ταπείνωσης, της άσκησης δύναμης πάνω σε έναν αδύναμο, είναι ίδια είτε το θύμα έχει δύο πόδια είτε τέσσερα. Άνθρωποι ικανοί να βασανίσουν και να ακρωτηριάσουν ένα άγριο ζώο, κάτω από άλλες συνθήκες, κάτω από άλλες εντάσεις, μπορούν να στραφούν και σε άνθρωπο. Ο κοινωνικός κίνδυνος δεν βρίσκεται μόνο στο όπλο, αλλά στις προθέσεις που το κρατούν —στις προθέσεις που γεννιούνται όταν η καρδιά απομακρύνεται από τον σεβασμό, από το μέτρο, από κάθε αίσθηση ιερότητας της ζωής.

Πέρα όμως από την ανθρώπινη διάσταση, υπάρχει και εκείνη της φύσης: η αρκούδα είναι είδος απειλούμενο, είδος απόλυτα προστατευόμενο. Κάθε τέτοιος φόνος δεν είναι απλώς φρίκη. Είναι πλήγμα στην ίδια τη βιοποικιλότητα, στην ισορροπία του τόπου μας, στη σχέση μας με τη γη που μας θρέφει. Γιατί όταν ο άνθρωπος φέρεται έτσι σε ένα πλάσμα που συνυπάρχει μαζί του εδώ και χιλιάδες χρόνια, δεν σκοτώνει απλώς ένα ζώο —σκοτώνει ένα κομμάτι του πολιτισμού του, και ταυτόχρονα πληγώνει αυτό που δεν είναι δικό του να καταστρέψει.

Η πράξη αυτή δεν είναι «συμβάν». Δεν είναι «λάθος». Είναι συνειδητή, προμελετημένη, εγκληματική ενέργεια. Και πρέπει να αντιμετωπιστεί ως τέτοια: με απόλυτη καταδίκη, με άμεση και αυστηρή τιμωρία, με μηδενική ανοχή.

Αλλά μαζί με την τιμωρία, χρειάζεται και κάτι ακόμη: αλλαγή νου. Μετάνοια. Αναγνώριση ότι η ευθύνη απέναντι στη Δημιουργία είναι ευθύνη ιερή. Ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι —όχι μόνο για το καλό της φύσης, αλλά και για το καλό της δικής μας ψυχής.

Η φύση μάς ανέχεται. Δεν μας φοβάται, δεν μας οφείλει τίποτα. Εμείς είμαστε οι υποχρεωμένοι να τη σεβόμαστε. Και όταν τέτοιες πράξεις συμβαίνουν, δεν πρέπει να σωπαίνουμε. Γιατί η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή. Και η συνενοχή, σε τέτοια εγκλήματα απέναντι στη ζωή, είναι κι αυτή μια μορφή ασέβειας —μια άρνηση της ευθύνης που μας αναλογεί απέναντι στον κόσμο που μας δόθηκε.

Σχολιάστε