
«Συγγνωστόν γαρ,
ου τιμωρητόν, η ασθένεια»
Μαξίμου Ομολογητού
(PG 91, 716C)
Ο Σάκης δραστηριοποιούνταν στα μέρη μας ως ελεύθερος επαγγελματίας. Οι σύντομες συναναστροφές μας ήταν αρκετές για να σχηματίσω μέσα μου την εικόνα ενός ανθρώπου που συνδύαζε ευστροφία και χιούμορ, πραότητα και μια παιδική αφέλεια· εκείνη την πρωτόλεια σαλότητα που δεν προσποιείται τίποτε, απλώς φανερώνει έναν άνθρωπο άκακο μέσα στον σκληρό ρυθμό της καθημερινότητας.
Ο αγώνας του ήταν βαθύτερος απ’ όσο φαινόταν. Πάλευε με την εχθρικότητα του νεοελληνικού συστήματος, με τις αντιξοότητες των καιρών και του επαγγέλματος και, όπως φανερώνουν τα γεγονότα, με τον ίδιο του τον εαυτό. Ήταν ένας πόνος αθέατος — χωρίς μάρτυρες, χωρίς θόρυβο.
Ένα πρωινό Σαββάτου, μέσα στο κατάστημά του, έδωσε τέλος στη ζωή του. Αντί να στηριχθεί στον Θεό, στην οικογένεια, στη ζωή που τον δοκίμαζε, εναπόθεσε τις ελπίδες του στον θάνατο. Ήταν αυτό οριστικό τέλος ή κάποια ύστατη αρχή που μόνο ο Θεός γνωρίζει; Κύριος οίδε.
Η Εκκλησία στέκεται πάντοτε με δέος μπροστά σε τέτοια γεγονότα. Δεν τα αντιμετωπίζει με επιπολαιότητα, ούτε με εύκολη συμπάθεια. Οι Πατέρες της δείχνουν την τραγικότητα της αυτοχειρίας, γιατί η ζωή δεν είναι δική μας· είναι δώρο Θεού. Γι’ αυτό και δεν έλειψαν οι φωνές που θεωρούν ότι ο αυτόχειρας πρέπει να στερείται Εξοδίου Ακολουθίας, όχι ως τιμωρία αλλά ως υπενθύμιση της ιερότητας του δώρου της ζωής και ως παιδαγωγία προς όλους μας. Κάποιοι μάλιστα λένε πως αυτή η στέρηση έρχεται να συμπληρωθεί από τον ίδιο τον Θεό, μέσα στη δική Του άκρα φιλανθρωπία.
Κι όμως, η σύγχρονη ποιμαντική εμπειρία δείχνει ότι ο ψυχικός πόνος μπορεί να γίνει άβυσσος. Και τότε η Εκκλησία δεν βλέπει απλώς μια πράξη· βλέπει μια συντριμμένη ύπαρξη. Ο άνθρωπος της αυτοχειρίας δεν είναι εγκληματίας· είναι τραυματισμένος. Η πράξη παραμένει τραγική· το πρόσωπο όμως μένει ιερό, κατ’ εικόνα.
Ποιος από εμάς μπορεί να γνωρίζει τι συνέβαινε στο βάθος της καρδιάς του Σάκη εκείνες τις τελευταίες ώρες; Πόση πίεση άντεξε; Πόσο σκοτάδι περνούσε; Ο Θεός γνωρίζει τα «κρύφια»· εμείς όχι.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία, συχνά με οικονομία, επιτρέπει το κατευόδιο της Εξοδίου Ακολουθίας. Όχι για να δικαιώσει την πράξη —η ζωή είναι ιερή— αλλά για να εμπιστευθεί την ψυχή στον μόνο που μπορεί να κρίνει με τέλεια δικαιοσύνη και απέραντη φιλανθρωπία: στον Ἀναστημένο Χριστό, Εκείνον που κατέβηκε ως τα βάθη του Άδου για να μη μείνει κανείς μόνος στη σκοτεινή ώρα· Εκείνον που βλέπει τον πόνο όχι ως αμάρτημα αλλά ως πληγή, και που θυμάται πάντοτε ότι «ουκ ήλθεν απολέσαι αλλά σώσαι».
Εμείς μένουμε με τη μνήμη, τη λύπη και την προσευχή.
Και παραδίδουμε τον Σάκη όχι σε ανθρώπινες κρίσεις, αλλά στην άβυσσο της αγάπης Εκείνου που γνωρίζει τον κάθε άνθρωπο βαθύτερα απ’ όσο γνωρίζει ο ίδιος τον εαυτό του.
Εκεί όπου κάθε τραύμα μπορεί να γίνει ίασις και κάθε σκοτάδι — φως.