
Υπάρχει μια μυστική σοφία που διασώζεται από γενιά σε γενιά: η ζωή ανθίζει μόνο εκεί όπου ο άνθρωπος ακουμπά τη γη. «Ο άνθρωπος δένεται με ρίζες στη γη», γράφει ο έξοχος σαλονικιός πεζογράφος και ζωγράφος, ο σχεδόν αγιοσαλός, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης στο «ο πεθαμένος και η ανάσταση», κι αυτή η φράση δεν αποτελεί απλώς ανθρωπολογική διαπίστωση, αλλά προφητικό παλμό. Χωρίς ρίζες, ο άνθρωπος δεν στέκεται· αιωρείται. Χωρίς γη, δεν έχει στήριγμα· και χωρίς στήριγμα, δεν έχει Θεό. Η σχέση με το χώμα δεν είναι εξωτερική, χρηστική ή εργαλειακή — είναι οντολογική.
Όσο περισσότερο αυτό το κατανοεί κανείς, τόσο πιο εύκολα φωτίζεται και η ομολογία του πρίγκιπα Μίσκιν στον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέβσκη: «Αυτός που δεν έχει έδαφος κάτω από τα πόδια του, δεν έχει μήτε Θεό· κι όποιος αρνείται την πατρίδα του, αρνείται και τον Θεό». Η γη εδώ δεν σημαίνει απλώς γεωγραφία· σημαίνει το πλαίσιο όπου η ύπαρξη ενσαρκώνεται, αγαπά, διακονεί, αγιάζει. Όταν ο άνθρωπος αποκοπεί από το έδαφος που τον γέννησε, δεν χάνει μόνο τον τόπο· χάνει το νόημα. Η αποξένωση από την εργασία της γης οδηγεί αναπόφευκτα —όπως γράφει και πάλι ο Ντοστογιέβσκη στο «Λόγος για τον Πούσκιν»— στην αλλοτρίωση: στην ύπαρξη του «εσωτερικού οικότροφου», που ζει μέσα σε τέσσερις τοίχους, εκτελώντας μηχανικά καθήκοντα και λησμονώντας την αλήθεια «που πριν απ’ όλα είναι μέσα του».
Και η κοινωνία; Μια κοινωνία που αποκόβεται από τον πρωτογενή τομέα, αποκόβεται από τον ίδιο της τον εαυτό. Όταν ο λαός παύει να τρέφεται από τα χέρια του, παραδίδει μέρος της ελευθερίας του σε εκείνους που τον θρέφουν. Η απώλεια της παραγωγικής αυτάρκειας δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα· είναι πολιτικό και πνευματικό. Όταν μια κοινωνία δεν μπορεί να παράγει τα στοιχειώδη της ζωής, αναγκάζεται να συμμορφωθεί με όρους που δεν ορίζει η ίδια. Η αυτάρκεια δεν είναι πολυτέλεια· είναι μέτρο ελευθερίας. Η γη δεν είναι μόνο χωράφι· είναι όριο και ανάχωμα ενάντια στη δουλεία — είτε οικονομική είτε υπαρξιακή.
Κι όμως, η γη προσφέρει πάντοτε τον δρόμο της επιστροφής. Όσοι σκύβουν πάνω της —στο χωράφι, στον μικρό κήπο, στο αμπέλι, στη ρίζα, στο δέντρο, στον σπόρο— μπαίνουν σε μια άσκηση ταπεινή και βαθιά θεολογική. Η εργασία της γης δεν ξεκινά ποτέ χωρίς ευχή· «Ει μη Κύριος οικοδομήση οίκον…». Ο άνθρωπος που εργάζεται τη γη μαλακώνει, όπως μαλακώνει και το χώμα· το φως του πρωινού φωτίζει όχι μόνο τη χλόη, αλλά και τον νου του· η γαλήνη που ακολουθεί τη βροχή γίνεται γαλήνη της καρδιάς του. Είναι εργασία που λυτρώνει από τα άγχη, καταπραΰνει τους λογισμούς, θεραπεύει την υπερδιέγερση του νου και ανοίγει χώρο για ειρήνη.
Η γη γίνεται έτσι μια «καταπληκτική ψηφιδωτή» μαθητεία: Μέριμνα βοιωτική, διότι «είμαστε αυτό που τρώμε», αλλά και πνευματική ανάταση, διότι «Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος».
Τόσο η αγροτική όσο και η κηπουρική είναι φιλοπατρία: δένει τον άνθρωπο με τον τόπο που καλείται να προστατεύσει.
Είναι φυσική θεολογία: αποκαλύπτει, μέσα από την αέναη κυκλότητα της φύσης, τη σοφία του Δημιουργού.
Είναι άσκηση: όχι κατά του σώματος, αλλά υπέρ του σώματος· υπέρ της ψυχής· υπέρ της ευγνωμοσύνης.
Είναι προσευχή και δοξολογία μαζί: «Κύριε Ἰησού Χριστέ, ελέησόν με. Δόξα σοι, ο Θεός».
Ο αγροτικός τομέας δεν είναι λοιπόν ένας απλός κλάδος της οικονομίας. Είναι το εκκλησάκι της ανθρώπινης ύπαρξης: το εργαστήριο όπου ο άνθρωπος μαθαίνει ξανά την ταπείνωση, την ευθύνη, την προσφορά, την ελευθερία· το σημείο όπου η ύλη και το πνεύμα συναντιούνται και ανασταίνονται. Είναι ο τόπος όπου ο άνθρωπος ξαναβρίσκει τον εαυτό του — κι έναν εαυτό ικανό να νιώσει Θεό και πατρίδα, ουρανό και γη μαζί.
Η γη γίνεται, έτσι, ο καθρέφτης της Ανάστασης. Εκεί, στο χώμα που σκύβουμε και πάλι, γεννιέται ο εξανθρωπισμός. Εκεί αρχίζει η θεραπεία. Εκεί ανοίγει ο δρόμος της επιστροφής — για όποιον, βεβαίως, επιθυμεί να ριζώσει για να υψωθεί.