
12 Δεκεμβρίου. Το συναξάρι τιμά τον Άγιο Σπυρίδωνα, κι η λαϊκή παράδοση ψιθυρίζει πως από τούτη τη μέρα ο χρόνος της αρχίζει να μεγαλώνει «σπυρί σπυρί». Κρατώντας στο χέρι τον χυμό της ροδιάς —δώρο κι αυτό σπυρί σπυρί— ένιωσα να γεννιούνται μέσα μου σκέψεις· απλές, μα ευλογημένες, όπως γεννιέται το φως που επιστρέφει δειλά και σταθερά.
Punica granatum∙ ροιά η κοινή, ή απλά η αγαπημένη ροδιά. Θάμνος ή μικρό δέντρο, στο ανάστημα ταπεινή, μα στη χάρη πλουσιοπάροχη. Στολίζεται με άνθη πορφυρά που θυμίζουν φλόγα ιερής κανδήλας, ενώ οι καρποί της—άλλοτε οξύρροδοι κι άλλοτε γλυκόρροδοι—κουβαλούν καταγωγή αρχαιότατη, σχεδόν ομηρική, σαν να πέρασαν από τα χέρια των προμαχώνων της πρώτης μας μνήμης.
Στα μισά του φθινοπώρου, οι ροιές στέκουν βαρυφορτωμένες, έτοιμες για τη μεγάλη δωρεά της συγκομιδής. Με απλές, αποχυμωτικές κινήσεις, χαρίζουν χυμούς τερπνούς και ωφέλιμους για το ξεχειμώνιασμα, κι απόσταγμα γλυκόπιοτο για τις χειμωνιάτικες νύχτες. Κι όμως, η ροδιά δεν τσιγκουνεύεται ούτε τον φλοιό του καρπού της· τίποτα δεν πάει χαμένο σε ό,τι πλάστηκε με σοφία. Πλούσιος σε ταννίνες, ο αποξηραμένος φλοιός γίνεται αφέψημα δυνατό, που όταν ενωθεί με πράσινο ή μαύρο τσάι χαρίζει αντιοξειδωτική ασπίδα, βοηθώντας τον άνθρωπο να αντισταθεί στις καρδιακές παθήσεις και στις σκοτεινές προσβολές της νόσου.
Σπείρατε ροδιά στον κήπο, στον ακάλυπτο, στην αυλή — όπου βρίσκει φως κι ανάσα. Κι εκείνη, κατά τον λόγο της Γραφής, θα σας ανταποδώσει «πολυμερώς και πολυτρόπως» (Εβρ. 1, 1): την άνοιξη με το ανείπωτο κάλλος των ανθών της, και το φθινόπωρο με τον ευεργετικό, ζωοφόρο καρπό της. Γιατί κάθε ροδιά είναι μικρό θαύμα που ψιθυρίζει ότι ο Θεός ευλογεί όχι μόνο ό,τι υψώνεται, αλλά κι ό,τι καρποφορεί ταπεινά στη γη.