«ΠΑΙΔΙΟΝ ΝΕΟΝ, Ο ΠΡΟΑΙΩΝΩΝ ΘΕΟΣ: Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΠΟΥ ΕΓΕΝΝΗΘΗ, ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΠΟΥ ΑΠΟΜΕΝΕΙ»

Η Γέννηση του Θεανθρώπου, η σάρκωση του Θεού Λόγου εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου, δεν αποτελεί απλώς ένα κομβικό σημείο στην ιστορία του κόσμου· είναι το σημείο όπου η ιστορία συναντά τον Δημιουργό της. Είναι η άφατη στιγμή κατά την οποία ο Θεός δεν μιλά πλέον μέσω προφητών, συμβόλων ή τύπων, αλλά μέσα από την ίδια Του την ανθρώπινη φωνή. Η θεολογική παράδοση της Εκκλησίας συνοψίζει αυτό το μυστήριο λέγοντας ότι ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να μπορέσει ο άνθρωπος να ενωθεί πραγματικά με τον Θεό. Η θεία συγκατάβαση δεν είναι ιδέα· είναι Πρόσωπο.

Η ανθρωπότητα, από τη στιγμή της θείας ενανθρώπησης, δεν περιπλανιέται πλέον αναζητώντας κάποιο σημάδι· το σημάδι ήλθε και έμεινε. Αυτό που συνέβη στη Βηθλεέμ δεν ήταν η γέννηση μιας αφήγησης, αλλά η είσοδος της Απάντησης μέσα στον κόσμο των ερωτημάτων μας. Ο Θεός δεν περίμενε από τον άνθρωπο να αναρριχηθεί μέχρι τον ουρανό· κατέβηκε ο ίδιος στη φάτνη, στον τόπο της ταπεινής αρχής, ώστε κανείς να μην μπορεί να ισχυριστεί ότι μένει εκτός της αγκαλιάς Του.

Και όμως, μέσα σε αυτή τη θεϊκή πρωτοβουλία, παραμένει κάτι που ανήκει αποκλειστικά στον άνθρωπο: να διατυπώσει την ερώτηση. Όχι μια γενική, αόριστη, αφηρημένη απορία, αλλά την προσωπική, καίρια, μοναδική ερώτηση που αναβλύζει από το ανεπανάληπτο βάθος κάθε ύπαρξης. Η εκκλησιαστική συνείδηση πάντοτε τόνιζε ότι ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο ικανό να σταθεί ενώπιόν Του ως πρόσωπο· ικανό για σχέση, για διάλογο, για το θαύμα της προσωπικής ανταπόκρισης.

Διότι η Γέννηση είναι το κάλεσμα. Η ερώτηση είναι η απάντηση του ανθρώπου. Και η σχέση είναι το μυστήριο όπου τα δύο ενώνονται.

Μπροστά στη φάτνη, κάθε άνθρωπος καλείται να σιωπήσει αρκετά ώστε να ακούσει την ίδια του την ψυχή. Ποιο είναι το ερώτημα που θα τολμήσει να απευθύνει στον Θεάνθρωπο;

Για άλλους είναι το «Ποιος είμαι για Σένα, Κύριε;»

Για άλλους το «Τι θέλεις ίνα ποιήσω;»

Για κάποιους το πιο λεπτό, το πιο ανθρώπινο, το πιο ματωμένο: «Είσαι κοντά μου;»

Και όμως, σε κάθε μία από αυτές τις φωνές, ο Χριστός απαντά με τρόπο ανεπανάληπτο. Όπως ανεπανάληπτος είναι ο καθένας μας. Η θεολογική παράδοση υπογραμμίζει ότι η αγάπη του Χριστού δεν μετριέται σε πλήθη αλλά σε πρόσωπα· ότι ακόμη και για έναν άνθρωπο μόνο θα προσφερόταν η ίδια θυσία, η ίδια κάθοδος, η ίδια ενανθρώπηση.

Η σάρκωση του Λόγου διαλύει το παράπονο πως ο Θεός είναι μακριά.

Η φάτνη ξεγυμνώνει το ψεύδος ότι ο άνθρωπος είναι μόνος.

Και η θεία βρεφικότητα καταργεί τον φόβο ότι η θεότητα είναι απρόσιτη.

Ο Θεός έγινε άνθρωπος για να μη χρειάζεται κανείς να προσποιηθεί ότι δεν τον αφορά ο ουρανός. Αλλά ο ουρανός περιμένει ακόμη αυτό το μικρό, το ανθρώπινο, το προσωπικό βήμα: την ερώτηση. Η σωτηρία δεν είναι αυτοματισμός· είναι σχέση. Και η σχέση αρχίζει όταν το πρόσωπο τολμά να απευθυνθεί στον Χριστό όχι με τα λόγια των άλλων, αλλά με τα δικά του.

Γι’ αυτό η Απάντηση δόθηκε. Οριστικά.

Γι’ αυτό το ερώτημα παραμένει. Ελεύθερα.

Και γι’ αυτό η ανθρώπινη ζωή βρίσκει το νόημά της όχι στην αναζήτηση ενός άγνωστου Θεού, αλλά στο άνοιγμα της καρδιάς προς Εκείνον που ήλθε τόσο κοντά μας, ώστε να μην μας μένει καμία δικαιολογία αποστάσεως.

Η Βηθλεέμ δεν μας καλεί απλώς να θυμηθούμε. Μας καλεί να ρωτήσουμε. Και ο Χριστός —ο σαρκωθείς Λόγος, η Απάντηση που ενεδύθη σάρκα— θα μιλήσει στον καθένα όπως μόνο Εκείνος γνωρίζει: με τρόπο προσωπικό, ανεπανάληπτο, σωτήριο.

Σχολιάστε