«ΣΙΩΠΗΛΑ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΚΑΘΙΣΜΑ»

Οδεύοντας προς τα Χριστούγεννα, ο Chris Rea άφησε την επίγεια για την ουράνια κατοικία. Σαν να γύριζε αργά το τιμόνι, χωρίς θόρυβο, χωρίς βιασύνη· όπως ακριβώς τραγουδούσε. Με εκείνη τη φωνή —βραχνή, σπασμένη, φορτωμένη χρόνο— είπε το τελευταίο του αντίο.

Δεν ήταν ποτέ από εκείνους που τους χάρισε ο κόσμος την αγάπη του εύκολα. Πάλεψε. Πολύ. Πάλεψε να ακουστεί σε μια εποχή που οι δισκογραφικές ήθελαν καθαρές εικόνες, πρόσωπα λειασμένα, ήχους ασφαλείς. Εκείνος όμως έφερνε μαζί του δρόμους σκονισμένους, μπλουζ πληγές και κιθάρες που μιλούσαν περισσότερο απ’ όσο τραγουδούσαν. Δεν συμβιβάστηκε. Και γι’ αυτό άργησε. Όταν όμως ήρθε, έμεινε.

Η φωνή του δεν ζητούσε να αρέσει. Ζητούσε να ειπωθεί. Ήταν η φωνή ενός ανθρώπου που έμαθε νωρίς τι σημαίνει πίστη — όχι ως λέξη, αλλά ως παραμονή. Έμεινε με τη γυναίκα της ζωής του από τα νεανικά του χρόνια, σαν να ήξερε πως η αγάπη δεν είναι θρίαμβος, αλλά πορεία. Μαζί μεγάλωσαν δύο κόρες, ήσυχα, μακριά από τα φώτα, όπως μεγαλώνουν τα σημαντικά πράγματα. Ίσως γι’ αυτό η μουσική του εκπέμπει πάντα κάτι οικείο.

Γεννημένος στον αγγλικό βορρά, από πατέρα Ιταλό και μητέρα Ιρλανδή, κουβαλούσε μέσα του μια Ευρώπη παλιά — εργατική, σιωπηλή, με σταυρούς στα δωμάτια και ελπίδα φυλαγμένη στα συρτάρια. Δεν τη διαλαλούσε. Την άφηνε να φαίνεται στον τρόπο που άντεχε, στον τρόπο που γύριζε ξανά και ξανά στον δρόμο.

Κάθε Δεκέμβρη, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μπαίνει στα αυτοκίνητά μας, κάθεται σιωπηλά στο πίσω κάθισμα και μας θυμίζει ότι όλοι κάπου πηγαίνουμε. Ότι όλοι, αργά ή γρήγορα, οδηγούμε προς τα Χριστούγεννα της ζωής μας. Εκεί όπου το φως δεν εκθαμβώνει, αλλά μένει. Εκεί όπου η επιστροφή δεν είναι τέλος, αλλά συνάντηση.

Ο Chris Rea δεν έγραψε ύμνους. Έγραψε διαδρομές. Δεν τραγούδησε τη δόξα· τραγούδησε την αντοχή. Και ίσως γι’ αυτό σήμερα η απουσία του μοιάζει τόσο οικεία, σαν φίλος που δεν χρειάζεται να τηλεφωνεί πια — γιατί ξέρεις πως βρίσκεται ήδη εκεί, στο σπίτι που δεν φθείρεται, εκεί όπου οι δρόμοι δεν κουράζουν.

Καλό σου ταξίδι, Chris.
Ο δρόμος μπροστά σου να είναι ήσυχος και φωτισμένος,
κι η επιστροφή σου — όπως κάθε αληθινή επιστροφή —
να είναι πλήρης.

Σχολιάστε