
Υπάρχουν τόποι που δεν φιλοξενούν απλώς τη ζωή, αλλά την αποκαλύπτουν. Τόποι αμίλητοι, γεμάτοι έναν ιερό ψίθυρο. Ανάμεσά τους, το βουνό μένει ο πιο απαιτητικός και συνάμα ο πιο γενναιόδωρος. Εκεί δεν πηγαίνεις για να κερδίσεις, αλλά για να αφεθείς∙ να ησυχάσεις, να ακούσεις, να επιστρέψεις σ’ Εκείνον που σε έπλασε. «Τα θεμέλιά μου στα βουνά…», γράφει ο Οδυσσέας Ελύτης· εκεί όπου η γη ακουμπά τον ουρανό και η ψυχή βρίσκει στήριγμα για να σηκωθεί λίγο ψηλότερα, προς το ανέσπερο Φως.
Δεν είναι τυχαίο πως οι μεγάλες θεοφάνειες της Αγίας Γραφής συντελούνται σε υψώματα. Εκεί ο Θεός φανερώνει την αλήθεια και το βάθος της πίστης. Στο όρος ο Αβραάμ μαθαίνει ότι η αληθινή θυσία είναι η εμπιστοσύνη. Στο Σινά ο Μωϋσής παραδίδεται στη φωτεινή βουή της Παρουσίας. Στο Χωρήβ, ο Ηλίας δεν βρήκε τον Θεό στον σεισμό ή στη φωτιά· αλλά στη λεπτή, ήσυχη φωνή της αύρας. Και στο Θαβώρ, το Φως του Χριστού δεν μεταμορφώνει τον τόπο, αλλά τον άνθρωπο. Τα βουνά δεν είναι τοπία∙ είναι τόποι όπου ο ουρανός σκύβει λίγο πιο κοντά, τόποι όπου ο Θεός μιλά χωρίς να φωνάζει και καλεί την καρδιά σε αθόρυβη συνομιλία με τον Λόγο Του.
Ως δρομέας ορεινών διαδρομών, στο βουνό, εκεί που τελειώνει η αντοχή και αρχίζει η προσευχή, βρίσκω τον εαυτό μου. Στο βάρος της αναπνοής και στο αλάτι του ιδρώτα ανακαλύπτω μια καθαρή αλήθεια: τίποτε δεν χαρίζεται∙ κάθε βήμα έχει τον κόπο του. Η πορεία διδάσκει ταπείνωση, σιωπή, υπομονή. Και κάπου ανάμεσα στα βήματα η καρδιά καθαρίζει πιο γρήγορα από τα πόδια, καταλαβαίνοντας πως η ανάβαση δεν είναι άθλημα, αλλά πρόσκληση να συναντήσεις τον Χριστό μέσα στους ήρεμους ρυθμούς της φύσης.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής είπε πως η δημιουργία είναι «βιβλίον έμψυχον της σοφίας του Θεού». Αν ο κόσμος είναι βιβλίο, τα βουνά είναι οι πιο καθαρές σελίδες του. Σελίδες που δεν διαβάζονται βιαστικά· πρέπει να βαδιστούν, να ιδρωθούν, να σιωπηθούν. Και πάνω τους διαγράφεται και η δική μας ευθύνη. Γιατί η βιοποικιλότητα —το «ύφασμα της ζωής»— πληγώνεται. Οι παγετώνες λιγοστεύουν, τα δάση αραιώνουν, τα ορεινά οικοσυστήματα φθίνουν. Χάνεται όχι μόνο η ζωή, αλλά και η οδός με την οποία η καρδιά συναντά τον Δημιουργό.
Ο Πατροκοσμάς ο Αιτωλός έλεγε πως τα βουνά είναι τόποι φύλαξης της ψυχής: εκεί όπου οι καρδιές ανοίγουν στον Θεό και η ζωή μαθαίνει να στέκει σταθερή. Η σοφία του θυμίζει πως η ανάβαση δεν είναι μόνο σωματική∙ είναι πνευματική, οικολογική, υπαρξιακή· μια πορεία προς το καταφύγιο Εκείνου «δι’ ου τα πάντα εγένετο».
Ο Θεός δεν μας εμπιστεύθηκε τον κόσμο για να τον εξουσιάζουμε, αλλά για να τον υπηρετούμε: «εργάζεσθαι αυτόν και φυλάσσειν». Μια ολόκληρη χριστιανική οικολογία κρύβεται μέσα σε δυο ρήματα. Και ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συμπληρώνει: «Ουδέν γλυκύτερον του όρους, όπου ο νους αναβαίνει προς τον Θεόν». Πώς όμως να ανέβει ο νους, αν εμείς πληγώνουμε τον τόπο της ανάβασης;
Υπάρχουν κορυφές που ανεβαίνουμε για να δούμε μακριά και άλλες για να δούμε καθαρά. Και υπάρχουν κάποιες που δεν τις ανεβαίνουμε μόνοι∙ μας ανασηκώνουν ίδιες, σιωπηλά —όπως ο Χριστός, που δεν επιβάλλεται· μονάχα καλεί. «Ανάβα ώδε»: ένα κάλεσμα απαλό, που ακόμη και σήμερα απλώνεται μέσα στους αιώνες και μας θυμίζει ότι ανεβαίνουμε όχι επειδή μπορούμε, αλλά επειδή πλαστήκαμε για το Φως.
Στο τέλος κάθε διαδρομής καταλαβαίνω πως η κορυφή δεν ήταν ο σκοπός. Ήταν η καρδιά που άνοιξε· η σιωπή που έγινε προσευχή· η κούραση που έγινε χάρη. Γι’ αυτό και κάθε 11 Δεκεμβρίου, την Παγκόσμια Ημέρα Βουνού, δεν τιμούμε έναν γεωλογικό όγκο. Τιμούμε μια υπόμνηση: ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να υψώνεται —με τα βήματα, με την καρδιά, με τον Χριστό μπροστά· τον πρώτο και έσχατο συνοδοιπόρο κάθε πορείας προς τα άνω.