«ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΚΑΜΗΛΑΣ ΣΤΟ ΘΟΥΡΙΟ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑΣ»

Το έθιμο της Καμήλας ανήκει στον κύκλο των αγερμικών δρωμένων του Δωδεκαημέρου, εκεί όπου ο λόγος, η κίνηση και η μεταμφίεση συναντιούνται για να σημαδέψουν το πέρασμα στον νέο χρόνο. Η τέλεσή του ανήμερα του Αγίου Βασιλείου έχει οδηγήσει στη λαογραφική ερμηνεία του ως συμβολική αναπαράσταση του ταξιδιού του Αγίου από την Ανατολή· ενός ταξιδιού που δεν είναι μόνο γεωγραφικό, αλλά και εσωτερικό, φορτωμένο ευχές για καλοτυχία, αφθονία και ευφορία. Την παρουσία του εθίμου στο Θούριο Ορεστιάδας (τότε Διδυμοτείχου) καταγράφει το 1969 ο Δημήτρης Κτενίδης, μα η αληθινή του καταγραφή βρίσκεται στις αφηγήσεις των ανθρώπων και στη μνήμη του τόπου.

Στο Θούριο, η Καμήλα δεν αναβιώνει απλώς· συνεχίζεται. Ανήμερα του Αγίου Βασιλείου, οι νέοι κι όσοι αισθάνονται νέοι παίρνουν τον δρόμο του αγερμού, περνούν από σπίτι σε σπίτι, λένε ευχές, τραγουδούν, χορεύουν, σατιρίζουν. Οι νοικοκυραίοι ανταποδίδουν, όχι μόνο με χρήματα, αλλά με χαμόγελο και άνοιγμα της πόρτας. Έτσι επιβεβαιώνεται, κάθε φορά, ο δεσμός της κοινότητας με τον εαυτό της.

Η Καμήλα, ευρηματική και επιβλητική μαζί, σχηματίζεται ώστε να δίνει την αίσθηση ζωντανού πλάσματος. Δύο νέοι την κινούν, κρυμμένοι από το βλέμμα, και ο ήχος του κουδουνιού της προηγείται σαν προμήνυμα. Δεν είναι το ζώο αυτό καθαυτό που έχει σημασία, αλλά η κίνησή του μέσα στον κοινό χώρο, εκεί όπου το παρόν συναντά το παρελθόν.

Δίπλα της ο Καμηλιέρης, μορφή σκωπτική και οριακή, και γύρω του τα μέλη της ομάδας, με τον ταμία και συχνά τους οργανοπαίχτες. Όλοι μαζί συνθέτουν ένα δρώμενο που δεν επιδιώκει την αναπαράσταση, αλλά τη συμμετοχή. Έτσι, η Καμήλα του Θουρίου παραμένει ζωντανή· ως φορέας μνήμης, ως τρόπος συνάντησης και ως ήσυχη υπενθύμιση ότι η παράδοση δεν ανήκει στο χθες, αλλά περπατά —κάθε χρόνο— στους δρόμους του χωριού.

~

ΦΩΤΟ: Η Καμήλα στους δρόμους του Θουρίου, ανήμερα του Αγίου Βασιλείου. Μπροστά ο Καμηλιέρης, πίσω του κάτοικοι του χωριού —μικροί και μεγάλοι— και ανάμεσά τους η μνήμη που περπατά. Το δρώμενο ζωντανεύει ξανά, όχι ως θέαμα, αλλά ως κοινή πράξη· σκορπίζοντας ευχές, σάτιρα και εκείνη τη σιωπηλή χαρά που γεννιέται όταν οι άνθρωποι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους μέσα στην παράδοση.

Σχολιάστε