
Δεν θυμάμαι πότε άρχισε αυτή η συγγένεια. Ίσως τότε που κουράστηκα να κατοικώ λέξεις και έψαξα να με κατοικήσει ένας τόπος. Ένα ξωκλήσι —όχι μόνο για να το προσκυνώ, αλλά και για να μ’ αντέχει. Στη ρίζα μιας πλατανιάς, εκεί όπου το νερό δεν θορυβεί και η σκιά μαθαίνει προσευχή, άφησα τα λόγια μου να μικρύνουν. Όχι από ντροπή, αλλά από ευγνωμοσύνη.
Εκεί, μέσα στη σιωπή και την αναμονή, έμαθα πως η σιωπή δεν είναι έλλειψη, αλλά τρόπος. Πως ο Θεός δεν κατεβαίνει με θόρυβο, μόνο με βάρος καρδιάς. Και αν κάποτε το καλό στενεύει, είναι γιατί θέλει να γίνει πέρασμα. Τα μάτια, σιγά σιγά, συνηθίζουν στο μισοσκόταδο. Οι πληγές βρίσκουν όνομα, και τα δάκρυα δεν πέφτουν πια ασκόπως —καθοδηγούν.
Έτσι, υιοθέτησα το ξωκλήσι. Και εκείνο, σιωπηλά, με καλοδέχτηκε:
«Υιοθέτησα της πλατανιάς ένα ξωκλήσι,
αυτοεξόριστα στην Άγια Πρόθεσή του,
να λουφάζουν τ’ ατεχνούργητά μου λόγια.
Στων στασιδιών τα σιωπηρά μεθόρια
μαθήτευσα πότε ωριμάζει το βαμβάκι.
Το βουητό της σφήκας απ’ της μέλισσας
να ξεδιαλύνω,
και το ποιος άγιος μας κάνει την τιμή
—παραμονές του θερισμού, στων καντηλιών το λίκνισμα.
Είδα τσομπάνηδες ν’ αδειάζουν άνοιξη τα χειμαδιά.
Είδα καρδιές στου Εσταυρωμένου τις πληγές
να σαλαγάν αμνούς δακρύων.
Και, της υιοθεσίας υιοθετούμενος,
είδα στης οικουμένης τους βαρείς καημούς
—που το καλό στενεύει,
τοιχογραφίες στην κόγχη των ματιών νοτισμένες.
Υιοθέτησα της πλατανοπηγής ένα ξωκλήσι
κι έμαθα ότι απ’ το απήχημά τους προδίδονται τα ταπεινά.
Έμαθα πώς είναι τα κοντάκια
κι όσους δεν κάτεχα ψαλμούς να μου τους συμπληρώνουν
βοριάδες κι αηδόνια.
Έμαθα ότι στη στέγη του κατσικωμένη
χουχουλιάζει της πανσελήνου άχραντη ανάμνηση.
Και πώς τα πλατανόφυλλα, σκαλί – σκαλί,
ανυψώνουν τους ψυχωμένους στ’ Άπειρο!»
Αλλά το ξωκλήσι δεν έφυγε ποτέ.
Ήταν πάντα εκεί, πίσω από τις αναμνήσεις, μπροστά από τις προσευχές μου.
Και όπως έμαθα, τα ξωκλήσια δεν είναι ποτέ για να τα αφήνουμε.
Μένουν στην καρδιά ως προσφορά, όχι από τα λόγια, αλλά από την απόφαση να αφήσουμε τον Θεό να δράσει ανεπαισθήτως, όπως ένα καντήλι που λικνίζεται αθόρυβα κι απαλά στο σκοτάδι.
Μένουν στην καρδιά και γίνονται τόποι μνήμης, τοιχογραφίες σε έναν τοίχο που δεν σου αρνείται ποτέ το στήριγμα.
Πέρασε καιρός, κι όμως κάθε φορά που το βλέμμα μου σκαλίζει τα πλατανόφυλλα, νιώθω την προσδοκία. Έμαθα ότι το καλό δεν φανερώνεται πάντα με τον τρόπο που περιμένουμε. Μπορεί να στενεύει, να καλύπτεται με πέπλα, να βυθίζεται στο σκοτάδι της γης. Αλλά πάντα, από τις ρίζες του, αναδύεται και διαχέεται ως φως, μικρό και αθέατο, μα σταθερό και θεραπευτικό.
Η διακριτική παρουσία του ξωκλησιού ήταν το πρώτο βήμα της συνάντησής μας. Η οδύνη της αναμονής και η ηρεμία του ανέφελου συνυπήρξαν εκεί. Και η αγάπη για τη φύση και την εκκλησιαστική σιωπή με διδάσκουν διαρκώς πως, όσο η καρδιά υπομένει την πληγή, εκείνη θα γίνεται φως και αναστάσιμη ζωή.
Ενώ τα πλατανόφυλλα, άγγιγμα της θείας χάρης, υψώνουν το βλέμμα μας προς το Άπειρο.