
Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης δεν γράφει απλώς· δεν γράφει όπως οι άλλοι, για να μας ψυχαγωγήσει ή να μας διδάξει την τέχνη της γλώσσας. Γράφει για να μας σπρώξει, να μας ξεριζώσει από τη συνήθη άγνοιά μας και να μας βυθίσει σε ένα χάος, σε μια φλόγα που καίει το είναι μας. Το έργο του δεν περιορίζεται στη λογοτεχνία που κλείνει τον κόσμο στο «όμορφο», αλλά είναι μια ακατάσχετη θύελλα που εισχωρεί και χαράζει την ψυχή μας, προκαλώντας μας να γίνουμε κάτι άλλο, κάτι πιο αιώνιο και αληθινό.
Στην 13η Ιανουαρίου, την ημέρα της κοίμησής του, θυμόμαστε τον άνθρωπο που υπήρξε για εμάς, όχι απλώς συγγραφέας, αλλά πυξίδα, φάρος φωτεινός μέσα στο σκοτάδι. Δεν μας άφησε μια απλή παρακαταθήκη λέξεων, αλλά μια πρόσκληση να ζήσουμε την Ανάσταση, όχι ως έναν διανοητικό διακανονισμό, αλλά ως ρήξη, ως ανατροπή, ως μεταμόρφωση του κόσμου γύρω μας. Γιατί η λογοτεχνία του Πεντζίκη δεν είναι έργο τέχνης· είναι πράξη πνευματικής ανάστασης, εκπηγάζουσα από τις ίδιες τις λέξεις, οι οποίες αποκτούν σάρκα και αίμα.
Η πίστη του, η χριστιανική του αντίληψη, δεν περιορίζεται σε άχρωμα δόγματα ή σε περιορισμένα σχήματα. Ο Χριστός για τον Πεντζίκη δεν είναι απλώς μια εικόνα που μας επιτρέπει να νιώσουμε την παρουσία του με έναν επιφανειακό τρόπο, ούτε μια εικόνα για να τον κοιτάμε αποστασιοποιημένοι. Ο Χριστός είναι το φως που αναβλύζει από το κενό, από την ίδια την απουσία που μας διαπερνά, κι από εκεί μας αναστενάζει, μας ανατρέπει. «Πρέπει, το καταλαβαίνω ως χρέος μου, ο νέος που πέθανε να θελήσει ν’ αναστηθεί, γιατί αλλιώς η ζωή μένει αδικαιολόγητη», λέει. Και το παράλογο γιγαντώνεται μέσα στη φράση του. Αύριο, τα όνειρά μας πρέπει να αναστηθούν, γιατί αν δεν το κάνουν, θα αφήσουν τη ζωή μας κενή, μια τρύπα αδιόρθωτη, καταδικασμένη.
Όμως, η Ανάσταση για τον Πεντζίκη δεν είναι η εύκολη και ήρεμη κατάσταση που συχνά θεωρούμε θεολογικά. Αντίθετα, είναι μια ρήξη, μια ανατροπή που σπάζει τα όρια και προκαλεί αναστάτωση στον ίδιο τον άνθρωπο. «Πέρα όμως από κάθε φόβο, μ’ ενθουσίαζε στην Εκκλησία η καταξίωση του παράλογου», και είναι αυτή η καταξίωση που μας ωθεί σε έναν νέο κόσμο, όπου το παράλογο αποδεικνύεται η μόνη αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι μόνο μέσα από το παράδοξο κατανοούμε τη θεία πραγματικότητα. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα απλό. Εδώ οι λέξεις ραγίζουν και οι εικόνες συνθλίβονται.
Το παράλογο, σύμφωνα με τον Πεντζίκη, δεν είναι απλώς μια αίσθηση απογοήτευσης ή αβεβαιότητας. Είναι η Χάρη του Θεού, που εισχωρεί στις σκιές του ανθρώπου, τον ανανεώνει και τον μεταμορφώνει, φέρνοντάς τον σε μια νέα κατάσταση ζωής. Ο λόγος του Θεού, όπως υφαίνεται μέσα από την Εκκλησία, δεν είναι για να μας παρηγορήσει – είναι για να μας επαναφέρει στη ζωή. Μια ζωή που δεν έχει λογική παρά μόνο αγάπη. Εκείνη την αγάπη που κλείνει τα μάτια μας στο γκρεμό και μας αφήνει να πετάξουμε. Όπως λέει ο ίδιος ο Πεντζίκης: «Η Εκκλησία είναι ένα καρφί που μπορεί να προσηλώσει απάνω στον πιο άγονο βράχο την ψυχή του ανθρώπου, επωφελώς». Αυτό το «επωφελώς» είναι το μόνο πραγματικό, γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι ψευδαισθήσεις που καταρρέουν σαν σπίτια χτισμένα σε άμμο.
Αυτό που πραγματικά μας προσφέρει ο Πεντζίκης είναι μια θεολογία της ανατροπής, του πάθους και του φωτός που αναδύεται μέσα από το σκοτάδι. Η θεραπεία του ανθρώπου δεν έρχεται από τη «λογική» του κόσμου, ούτε από την απλή πίστη που προσλαμβάνουμε από τα παραδομένα συστήματα. Η πραγματική θεραπεία έρχεται από το φως που διαπερνά το σκοτάδι, από την αναγέννηση που ξεκινά όχι από τη σκέψη, αλλά από την άπειρη αγάπη του Θεού. Η «Θεία Αγάπη», αυτή η φωτιά που καίει και ανασταίνει, είναι η ουσία του κόσμου, η αρχή και το τέλος των πάντων.
Και η πραγματική ζωή δεν είναι παρά η αδιάκοπη επιστροφή στην ουσία αυτής της αγάπης. Ο Πεντζίκης το λέει ξεκάθαρα: «Ο άνθρωπος πρέπει μ’ όλα τα πλάσματα να είναι φίλος. Τότε κι εκείνα τον βοηθούν με την καρδιά τους». Ο κόσμος δεν είναι εχθρός μας. Ο κόσμος είναι το δοχείο της Θείας Χάρης που περιμένει να το αναγνωρίσουμε και να το βιώσουμε με το βλέμμα της αγάπης.
Εν τέλει, το έργο του Πεντζίκη είναι το έργο της ανατροπής, το έργο της αποδόμησης και της συνένωσης. Είναι μια διαρκής πρόσκληση για τον άνθρωπο να αναγνωρίσει ότι η αλήθεια δεν έρχεται από τη «λογική» αυτού του κόσμου. Η αλήθεια έρχεται από την αναστάσιμη αγάπη του Θεού, από την αγάπη που ανατρέπει την καταδικασμένη ύπαρξή μας και την ανασταίνει στον κόσμο του Παράλογου, στο βασίλειο της αλήθειας και της ελευθερίας που μόνο η πίστη μπορεί να ανοίξει.