
Υπάρχουν περίοδοι που ο τόπος ακούει ξανά το νερό. Τα ρέματα γεμίζουν, τα ποτάμια βαραίνουν, τα χωράφια κρατούν υγρασία σαν να ανακτούν μια παλαιά τους συνήθεια. Το χιόνι στέκει λίγο στα πεδινά, περισσότερο στα υψώματα, και η γη δοκιμάζει να ισορροπήσει ανάμεσα στην απορρόφηση και στην υπερχείλιση.
Το νερό δεν έρχεται ποτέ χωρίς νόημα. Έρχεται με δύναμη — και με μνήμη. Θυμάται τις διαδρομές του, ακόμη κι όταν εμείς τις σβήνουμε από τους χάρτες. Και τότε ανακύπτει ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τη συγκυρία αλλά τον τρόπο της ζωής μας: μας αιφνιδιάζει πράγματι η φύση ή μας εκθέτει η δική μας λήθη;
Συνηθίσαμε να μιλούμε για «φυσικές καταστροφές». Η διατύπωση μοιάζει ουδέτερη, σχεδόν παρηγορητική. Μεταθέτει το βάρος σε κάτι απρόσωπο, αναπόφευκτο. Κι όμως, η βροχή δεν είναι καταστροφή. Το ποτάμι δεν είναι εχθρός. Το χιόνι δεν απειλεί.
Φυσικά φαινόμενα υπάρχουν. Καταστροφικές γίνονται οι συνέπειες όταν τα φαινόμενα συναντούν την απρονοησία. Όταν το ρέμα περιορίζεται γιατί «δεν θα χρειαστεί». Όταν η δόμηση προχωρά χωρίς να συνομιλήσει με το ανάγλυφο της γης. Όταν οι πυρκαγιές αφήνουν το έδαφος γυμνό και το νερό δεν βρίσκει τίποτε να το συγκρατήσει. Όταν η πρόληψη θεωρείται περιττό βάρος και η αποκατάσταση αντιμετωπίζεται ως διαχείριση εντυπώσεων.
Τότε δεν τιμωρεί η φύση. Απλώς λειτουργεί. Και εμείς βρισκόμαστε εκτεθειμένοι στις ίδιες μας τις επιλογές.

Το παράδοξο της εποχής μας είναι ότι βιώνει ταυτόχρονα την υπερχείλιση και τη στέρηση. Το νερό άλλοτε περισσεύει και άλλοτε λείπει. Άλλοτε απειλεί και άλλοτε το αναζητούμε με αγωνία. Ίσως, όμως, το πρόβλημα να μην έγκειται μόνο στην ποσότητα. Ίσως να αφορά τη σχέση. Η διαχείριση του νερού δεν είναι απλώς τεχνικό ζήτημα. Υποδομές, ταμιευτήρες, αντιπλημμυρικά έργα, ορθός χωροταξικός σχεδιασμός — όλα αυτά αποτελούν αυτονόητες εκφράσεις οργανωμένης πολιτείας. Προϋποθέτουν, όμως, κάτι βαθύτερο: την απόφαση να σκεφτόμαστε πέρα από το άμεσο.
Το να αιφνιδιάζεται κανείς μία φορά είναι ατυχία. Το να αιφνιδιάζεται διαρκώς υποδηλώνει ότι δεν καλλιεργήθηκε η μνήμη της εμπειρίας.
Κι ένας πολιτισμός που δεν μετατρέπει την εμπειρία σε πρόνοια, επαναλαμβάνει τα ίδια σφάλματα με διαφορετικές αφορμές.

Στην πνευματική μας παράδοση, ο άνθρωπος δεν τοποθετείται απέναντι στην κτίση ως κύριος, αλλά ως οικονόμος. Του παραδίδεται ο κόσμος «ἵνα ἐργάζεται καὶ φυλάσσει». Να εργάζεται και να φυλάσσει· να καλλιεργεί και ταυτόχρονα να προστατεύει.
Αυτή η διπλή κίνηση είναι το μέτρο. Όταν εργαζόμαστε χωρίς να φυλάσσουμε, εξαντλούμε. Όταν διεκδικούμε χωρίς να σεβόμαστε, απογυμνώνουμε. Όταν αναπτυσσόμαστε χωρίς πρόβλεψη, μεταθέτουμε το κόστος στους επόμενους.
Τότε η αστοχία δεν είναι μόνο τεχνική. Είναι υπαρξιακή.
Το νερό, που στην εκκλησιαστική εμπειρία γίνεται σημείο καθαρμού και αναγέννησης, μας υπενθυμίζει ότι η ύλη μπορεί να γίνει φορέας ευθύνης. Ό,τι μας δίνεται ως δωρεά δεν είναι απλώς διαθέσιμο — είναι εμπιστευμένο.

Μιλώντας από έναν τόπο που έμαθε να ζει στα όρια, αντιλαμβάνεται κανείς ευκολότερα ότι τίποτε δεν είναι αυτονόητο. Ούτε η ασφάλεια ούτε η επάρκεια. Ούτε το νερό. Η γη που σήμερα ποτίζεται μπορεί αύριο να διψά.
Το ποτάμι που σήμερα ξεχειλίζει μπορεί αύριο να συρρικνωθεί.
Η σταθερότητα δεν είναι ιδιότητα των πραγμάτων· είναι αποτέλεσμα φροντίδας.
Και η φροντίδα δεν γεννιέται από τον φόβο, αλλά από την επίγνωση ότι ο κόσμος δεν μας ανήκει ολοκληρωτικά. Μας έχει παραχωρηθεί για να τον παραδώσουμε.
Ίσως, τελικά, το ζήτημα του νερού να είναι ένας καθρέφτης. Μας δείχνει πώς αντιλαμβανόμαστε την πρόοδο, πώς ορίζουμε την ανάπτυξη, πώς ιεραρχούμε τις ανάγκες μας. Αν δούμε τη φύση ως αντίπαλο, θα προσπαθούμε να την υπερνικήσουμε.
Αν τη δούμε ως αποθήκη πόρων, θα τη χρησιμοποιούμε μέχρι εξάντλησης.
Αν τη δούμε ως δωρεά, ίσως αρχίσουμε να τη διακονούμε.
Το νερό δεν ζητά πολλά.
Ζητά μνήμη και μέτρο.
Και αν κάποτε κατορθώσουμε να τα συμφιλιώσουμε μέσα μας, τότε ούτε οι πλημμύρες θα μας αιφνιδιάζουν ούτε οι ξηρασίες θα μας απογυμνώνουν από ελπίδα. Θα μας υπενθυμίζουν απλώς ότι η ευθύνη προηγείται της απαίτησης.
Γιατί ο κόσμος δεν μας ανήκει.
Μας εμπιστεύθηκε.