
Ο Άγιος Ιουστίνος του Τσέλιε έλεγε ότι:
«…αυτός ο κόσμος, αυτοί οι κόσμοι, αυτό το σύμπαν, αυτά τα αναρίθμητα σύμπαντα είναι ο μεγαλοπρεπής ναός του Θεού και οι άνθρωποι το εικονοστάσι του […] Το ανθρώπινο γένος επί γης δεν είναι τίποτα άλλο από το πλουσιότερο εικονοστάσι του Θεού».
Τα λόγια αυτά, σαν μια απαλή αλλά σταθερή φωνή πατερικής σοφίας, αποκαλύπτουν μια αλήθεια που ξεπερνά τις ανθρώπινες μετρήσεις: πως κάθε άνθρωπος, χωρίς εξαίρεση, αποτελεί εικόνα μοναδικής αξίας στο εικονοστάσι του Θεού. Όχι μια απλή απεικόνιση, όχι ένα σύμβολο, αλλά μια ζώσα, αναντικατάστατη ύπαρξη που φέρει τον χαρακτήρα και την υπογραφή του Δημιουργού της. Ένα καντήλι αναμμένο, που ακόμη κι όταν τρεμοσβήνει, εξακολουθεί να φωτίζει με τρόπο μυστικό.

Κάθε καρδιά μπορεί να γίνει τόπος επανατοποθέτησης της εικόνας του Θεού.»
Η Εικονομαχία (726–843 μ.Χ.) δεν ήταν μόνο μια χρονική περίοδος έντονων συγκρούσεων, πολιτικών και θεολογικών, που συγκλόνισε τα θεμέλια της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και άφησε βαθιές πληγές στη συλλογική της συνείδηση. Ήταν και μια αποκάλυψη του πόσο εύκολα η ανθρώπινη φύση μπορεί να λησμονήσει τη θεία της καταγωγή και να στραφεί ενάντια στο ίδιο της το κάλλος.
Διότι η εικονομαχία δεν κατοίκησε μόνο στα βασιλικά διατάγματα και στις αυτοκρατορικές αμφιταλαντεύσεις· κατοίκησε στις καρδιές. Ήταν —και είναι— μια διαρκής κρίση που γεννήθηκε μεταπτωτικά, από την αμαρτία που θόλωσε την εικόνα του Θεού στον άνθρωπο. Όταν ο άνθρωπος λησμονεί την πηγή του, τότε εύκολα αρνείται και την εικόνα της. Και έτσι, η εικόνα αποκαθηλώνεται πρώτα εκ των έσω, πολύ πριν το χέρι την αποκαθηλώσει από το ξύλο.

φωτο: http://www.artigr.com
Ωστόσο, η μεταπτωτική ζωή δεν είναι μονάχα μια ιστορία απώλειας· είναι και μια ιστορία επιστροφής. Μια ιστορία αναστήλωσης, σαν αυτές τις παλιές, φθαρμένες εικόνες που ο αγιογράφος παραδίδει στα χέρια του συντηρητή, όχι για να γίνουν καινούριες, αλλά για να ξαναφανερωθεί κάτω από τα στρώματα της φθοράς η ομορφιά που ποτέ δεν χάθηκε. Έτσι κι ο άνθρωπος καλείται, μέσα στο εργαστήρι της μετάνοιας, να παραδώσει τον εαυτό του στα χέρια του θείου Επανόρθωτη. Να αφήσει το φως του Χριστού να καθαρίσει τις ρωγμές, να μαλακώσει τις σκληρύνσεις, να ανασύρει τα χρώματα που νόμιζε πως είχαν χαθεί.
Η αγιότητα δεν είναι μια κορυφή για λίγους. Είναι ο δρόμος της ένωσης με τον μόνο αληθινά Άγιο, τον Ιησού Χριστό· και αυτός ο δρόμος, όσο δύσκολος κι αν μοιάζει, είναι μια διαρκής, αέναη Κυριακή της Ορθοδοξίας. Μια αδιάκοπη σύναξη χαράς, όπου η αλήθεια νικά το ψεύδος, η χάρις νικά την παραμόρφωση, και η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο αναστηλώνεται όχι μια φορά, αλλά συνεχώς —μέχρι να λάμψει ολόκληρη στη δόξα Του.

Κι έτσι, καθώς ο άνθρωπος καθαρίζει τη δική του εικόνα, γίνεται συντελεστής και της αποκατάστασης του κοσμικού εικονοστασίου. Γιατί ο Θεός δεν έχτισε έναν ναό από πέτρα αλλά έναν ναό από πρόσωπα· κι αυτός ο ναός ζητά να αναστηλωθεί όχι με λόγια, αλλά με τη ζωή των τέκνων Του. Με κάθε μετάνοια, με κάθε πράξη αγάπης, με κάθε σταυρική υπομονή, το εικονοστάσι του Θεού ξαναλαμπρύνει. Και ο άνθρωπος, από πτώση και σκότος, γίνεται πάλι φως —φως που δεν του ανήκει, αλλά το φως Εκείνου που τον έπλασε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν».

Κάθε άνθρωπος, ένα καντήλι που περιμένει να ξαναφωτίσει.»