
Ο χριστιανικός πολιτισμός είναι ο πολιτισμός του κενού τάφου. Γεννιέται εκεί όπου όλα φαίνονται χαμένα, κι όμως όλα αρχίζουν. Δεν θεμελιώνεται στη φθορά ούτε στη συμφιλίωση με τον θάνατο, αλλά στη ριζική του διάψευση από τον Χριστό. Δεν είναι πολιτισμός που κοιτά προς τα κάτω, στη γη που ανοίγει, αλλά προς το άδειο μνημείο, όχι ως σημείο απουσίας, αλλά ως μαρτυρία Αναστάσεως, που έγινε πηγή ζωής.
Από τις απαρχές ακόμη, ο Θεός άφησε στον άνθρωπο σημάδια ότι η φθορά δεν είναι ο φυσικός του ορίζοντας. Ο Ενώχ και ο Ηλίας, χωρίς να γνωρίσουν τον συνηθισμένο θάνατο, φανερώνουν ότι η ανθρώπινη φύση είναι πλασμένη για τον Θεό και όχι για τον αφανισμό. Η ιστορία της σωτηρίας προχωρά σαν μια αργή υπόμνηση: ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για να ζήσει.
Κι όταν ήρθε το πλήρωμα των καιρών, η υπόμνηση έγινε πρόσωπο. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, η ίδια η Ζωή, εισήλθε στον θάνατο όχι ως ηττημένος, αλλά ως Αυτός που ελεύθερα προσέλαβε τον θάνατο για να τον καταργήσει εκ των έσω. Το σώμα Του τοποθετήθηκε στο μνήμα, όμως «εν αυτώ ζωή ήν» (Ιω. 1, 4)· και όπου υπάρχει η ζωή η αληθινή, ο θάνατος δεν έχει τόπο να σταθεί. Γι’ αυτό οι μυροφόρες γυναίκες κι οι μαθητές είδαν μόνο τα λινά. Το μνημείο δεν κρατούσε πια νεκρό· κρατούσε το σημείο της συντριβής του θανάτου.
Το κατ’ εξοχήν «κενοτάφιο» της ιστορίας είναι ο τάφος του Χριστού — όχι ως ένδειξη απουσίας, αλλά ως φανέρωση της νίκης της ζωής. Κι από αυτό το άδειο μνημείο ξεκινά ο δικός μας πολιτισμός: ένας πολιτισμός που δεν χτίζεται στον φόβο του τέλους, αλλά στη βεβαιότητα ότι το τέλος έγινε αρχή. Έγινε Πάσχα, πέρασμα από το πεπερασμένο στο ατελεύτητο. Ένας πολιτισμός που αναπνέει με την πεποίθηση ότι χωρίς Αυτόν ουδέ έν ζει αληθινά (πρβλ. Ιω. 1, 3).
Αυτή η χαρά της Αναστάσεως φανερώνεται και στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το σώμα που έδωσε σάρκα στον Αΐδιο δεν εγκαταλείφθηκε στη φθορά. Κατά την ιερά Παράδοση της Εκκλησίας, μετά την κοίμησή της, το μνήμα της βρέθηκε κενό, υπενθυμίζοντας τη νίκη της ζωής επί του θανάτου. «Μετέστης προς την ζωήν», ψάλλει η Εκκλησία, ομολογώντας ότι η Μητέρα της Ζωής μετέβη προς Εκείνον που είναι η Ζωή.
Το ίδιο μυστήριο, κατά ευσεβή εκκλησιαστική παράδοση, αγγίζει και τον μαθητή της αγάπης, τον Ιωάννη τον Θεολόγο. Εκοιμήθη ως άνθρωπος, αλλά η μνήμη της Εκκλησίας διασώζει ότι το μνήμα του δεν κράτησε το σώμα του. Εκείνος που έσκυψε στο κενό μνημείο του Κυρίου και πίστεψε, εκείνος που άκουσε τον παλμό της Ζωής επάνω στο στήθος του Χριστού, γίνεται σημείο ότι η αγάπη δεν καταλήγει στη φθορά.
Μέσα σε αυτό το φως μπορεί να ακουστεί και ένας λόγος, χαρακτηριστικά ποιητικός, του Ερνέστο Καρντενάλ: «Οι τάφοι όλων όσοι αγαπούν τον πλησίον τους είναι αδειανοί». Όχι ως βιολογική διαπίστωση, αλλά ως μαρτυρία ελπίδας· διότι όπου υπάρχει αγάπη εν Χριστώ, εκεί ενεργεί ήδη η ζωή που δεν νικιέται από τον θάνατο.
Ο πολιτισμός του κενοταφίου δεν είναι απλώς μια ποιητική εικόνα που στολίζει τη σκέψη μας. Είναι ο πυρήνας της πίστης μας· το βλέμμα που καλείται να διακρίνει μέσα στην ιστορία όχι μόνο το τέλος, αλλά την απαρχή της αιωνιότητας. Είναι η τόλμη να ομολογούμε ότι η ζωή δεν εξαντλείται στα χρόνια μας και ότι ο άνθρωπος δεν περιορίζεται στα κόκκαλά του.
Γιατί εκεί, στο άδειο μνημείο του Χριστού, φανερώνεται τι είναι ο άνθρωπος: δημιούργημα που προορίζεται για ζωή. Και φανερώνεται ποιος είναι ο Θεός: Ζωή που δεν εγκαταλείπει κανέναν δικό της στο σκοτάδι. Αυτός είναι ο πολιτισμός μας. Ο πολιτισμός του κενού τάφου. Ο πολιτισμός της Ζωής.