
Τρέχοντας στον κάμπο της Ορεστιάδας, εκεί που η γη ανασαίνει πλατιά και τα χόρτα ψιθυρίζουν σαν κάποια παλιά ευχή, το βλέμμα στάθηκε σε ένα δέντρο.
Ο κορμός του έφερε το αποτύπωμα του κεραυνού — ένα κενό σε σχήμα καρδιάς. Η φωτιά το είχε κάψει κάποτε, κι όμως εκεί, μέσα στην πληγή, υπήρχε ζωή και νόημα. Δεν φάνηκε το χτύπημα· μα η καρδιά του δέντρου αφηγούνταν την ιστορία. Οι ρωγμές του ήταν σαν γραμμές σε έναν αρχαίο χάρτη, που οδηγούσαν τη σκέψη σε μονοπάτια αθέατα.
Σκέφτηκα πως ο ουρανός έχει τρόπους να γράφει πάνω στη γη όσα αργούμε να καταλάβουμε. Κάθε αστραπή, κάθε κρότος, αφήνει σημάδι όχι μόνο στα δέντρα, αλλά και στις ψυχές. Και πως τα θεριά — του δάσους ή του ανθρώπινου κόσμου — δεν ημερεύουν με αγριότητα. Την αγριότητα, αν την πολεμήσεις με αγριότητα, την πολλαπλασιάζεις.
Μόνο η αγιότητα τη δαμάζει. Η αγιότητα δεν είναι νίκη της σκληρότητας· είναι καρδιά που αφήνει τον θείο έρωτα να τη χτυπήσει. Όταν ο κεραυνός αγγίζει την καρδιά του ανθρώπου, δεν την κάνει στάχτη. Την ανοίγει. Και από αυτήν την άνοιξη πηγάζει αγάπη ζωντανή, καθαρή, που ποτίζει ακόμη και τις άνυδρες ψυχές.
Τα θεριά —ζωικά και ανθρώπινα— βρίσκουν δίπλα στον άνθρωπο της χάριτος μια απρόσμενη γαλήνη. Όχι από φόβο, αλλά επειδή ένιωσαν το Φως που γλυκαίνει τα πάντα. Και το ίδιο φως αγγίζει και τον δρομέα. Τα βήματα ανάμεσα στα χόρτα γίνονται ρυθμός προσευχής, το σώμα και η καρδιά συντονίζονται, και το τοπίο μοιάζει να συμμετέχει στη σιωπηλή αναζήτηση.
Κι ενώ τρέχει κανείς, η σκέψη γλιστράει στις ρωγμές του δέντρου. Εκεί βρίσκεται η υπόμνηση πως η αγάπη δεν έρχεται πάντα ήρεμη. Είναι κεραυνοβόλος, απότομη, ακαριαία. Αφήνει σημάδι, ανοίγει καρδιές, και εκεί που περιμένεις καταστροφή, βρίσκεις ζωή.
Ο κάμπος απλώνεται σαν χέρι που καλεί τον ουρανό. Ο άνεμος ψιθυρίζει κάτι που δεν μπορεί να ειπωθεί με λέξεις. Κάθε βήμα γίνεται μικρή θυσία, πράξη προσοχής, στιγμή παρουσίας. Και σκέφτεται κανείς: ίσως πρέπει να σταματήσει να τρέχει. Ή να τρέχει περισσότερο, ώσπου να τον συναντήσει κι εμένα ο Κεραυνός της Αγάπης — να αφήσει σημάδι, όχι βλάβη, να ανοίξει καρδιά αντί να την κάψει, να μεταμορφώσει το φόβο σε φως.
Στο τέλος, η καρδιά της φύσης και η καρδιά του ανθρώπου χτυπούσαν μαζί. Ο κεραυνός δεν ήταν μόνο καταστροφή· ήταν υπόμνηση πως ακόμη και μέσα στην ένταση και την απότομη δύναμη, υπάρχει η δυνατότητα για αγάπη ζωντανή, φωτεινή, αληθινή. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία: όχι μόνο στο τρέξιμο, όχι μόνο στο τοπίο, αλλά στον τρόπο που αφήνει κανείς την καρδιά του να ανοίξει — ακριβώς όπως το δέντρο που δίδαξε κάποιον κάποτε.