«Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΩΣ ΤΟΠΟΥ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΥ»


Με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης ο ελληνισμός δεν στερήθηκε απλώς μια περιοχή σπουδαίας γεωστρατηγικής σημασίας, ούτε ένα ειδυλλιακό τοπίο για τους εσπερινούς του περιπάτους. Το πάρσιμο της Πόλης στέρησε από τον ελληνισμό τον τόπο όπου:

α. Άνθισε ένας ανεπανάληπτος πολιτισμός.

β. Πραγματώθηκε ένας πρωτόγνωρος ανθρωπισμός.

γ. Υιοθετήθηκε ένας ευρηματικός τρόπος άσκησης της πολιτικής, της διπλωματίας, της άμυνας και της δημόσιας διοίκησης.

δ. Καλλιεργήθηκε ένας οικουμενικός τρόπος θέασης και θεώρησης των πραγμάτων.

ε. Χαράχθηκαν αποκαλυπτικά το Χριστολογικό και τα υπόλοιπα δογματικά μνημεία της Χριστιανικής πίστης.

Η σοβαρότητα, ο αντίκτυπος —η τραγικότητα, αν θέλετε— αυτής της απώλειας δύναται να συλληφθεί πληρέστερα και στις πραγματικές της διαστάσεις, εφόσον αποφευχθεί η παγίδα να λογίζεται ο τόπος απλώς ως τοπίο και το τοπίο απλώς ως πεδίο εκδήλωσης φυσικών νομοτελειών, απογυμνωμένο δηλαδή από τις εκπλήξεις που επιφυλάσσουν, μέσα στο χειροπιαστό της Ιστορίας, τόσο η ανθρώπινη όσο και η θεία ελεύθερη ενεργητικότητα.

Ο Οδυσσέας Ελύτης, στο δοκίμιό του «Τα δημόσια και τα ιδιωτικά» (Ίκαρος, 2007, σ. 8), είπε το εξής απαράμιλλο:

> «…ένα τοπίο δεν είναι, όπως το αντιλαμβάνονται μερικοί, κάποιο απλώς σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη.»

Με την Άλωση, η οποία είχε τόσο τα εξωγενή όσο και τα εσωτερικά αίτιά της, ο ελληνισμός απώλεσε τον (υλικό) καμβά επάνω στον οποίο, με την παλέτα της ψυχής του, αποτύπωνε τις ιδιαιτερότητές του. Κοντολογίς, ο ελληνισμός στερήθηκε τον τόπο όπου αναδύθηκε ο ιδιαίτερος τρόπος —ο δικός του μοναδικός τρόπος— να βιώνει τον βίο του.

Κι αυτός ο αποχωρισμός ενείχε από μόνος του —δηλαδή πέραν και πλέον των μεθόδων και των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη— βία· συνιστούσε έναν βαθύ ιστορικό και υπαρξιακό τραυματισμό, που επέφερε πόνο αφάνταστο και ανεπούλωτο, όπως όταν η ψυχή αποχωρίζεται το σώμα της: ένα σώμα που πάντοτε θα της λείπει και πάντοτε θα το γυρεύει.

Παρ’ όλα αυτά, κατά τα αρχαιοελληνικά πρότυπα, η Πόλη ως τρόπος ύπαρξης εξακολούθησε να υπάρχει και να εμπνέει, καθώς μεταφερόταν μαζί με τον ελληνισμό σε κάθε σημείο όπου εκείνος συγκροτούσε νέες κοινότητες. Ο ελληνικός κόσμος βίωνε τον τρόπο της Πόλης όπου βρισκόταν και όπου στεκόταν, κυρίως μέσω του κοινοτισμού και της θείας Λειτουργίας.

Μπορεί η Κωνσταντινούπολη ως χώρος να αλώθηκε το 1453 μ.Χ., ωστόσο η Πόλη ως κοσμοαντίληψη χρειάστηκε να διανύσει ακόμη αρκετούς αιώνες ώσπου να αλλοτριωθεί και, κατά συνέπεια, να αλωθεί ουσιαστικά. Αναφέρομαι στα χρόνια που ακολούθησαν την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, όταν σταδιακά η εθελόδουλη ξενοδουλεία, ο μεταπρατικός μιμητισμός, ο επαρχιωτισμός και άλλες παθογένειες συρρίκνωσαν τον ελληνισμό και νοοτροπικά.

Η αλλοίωση αυτή υπήρξε τόσο βαθιά, ώστε επηρέασε ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβανόταν η ίδια η Άλωση. Από θρήνος και μοιρολόι —στοιχεία που, όσο κι αν ηχεί παράδοξο, εξέφραζαν με ζωντάνια το συλλογικό ήθος και τη λαϊκή παράδοση— υποβαθμίστηκε συχνά είτε σε μεμψιμοιρία και συναισθηματισμό είτε σε κούφιο βερμπαλιστικό νταηλίκι, χάνοντας έτσι μεγάλο μέρος της υπαρξιακής και ιστορικής της αλήθειας.

Η δεύτερη Άλωση της Πόλης, η οποία επίσης είχε τόσο τα εξωγενή όσο και τα εσωτερικά αίτιά της, συντελέστηκε στον νου και στην καρδιά του νεότερου ελληνισμού και υπήρξε, από πολλές απόψεις, επιδραστικότερη —καταφανώς επί το χείρον— της πρώτης, καθώς επενέβη παραμορφωτικά στο κέντρο του ελευθέρως σκέπτεσθαι, βούλεσθαι και πράττειν.

Αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει πως εξέλιπαν πλήρως οι εστίες συνέχειας, αντίστασης και δημιουργίας. Ωστόσο, η γενικότερη πολιτισμική κατεύθυνση υπήρξε τέτοια, ώστε ο ελληνισμός να απομακρυνθεί σταδιακά από θεμελιώδη στοιχεία της ιδιοπροσωπίας του.

Ένα από εκείνα τα στοιχεία που προσδίδουν αξία στην ιστορική αναδρομή είναι η συμβολή της στη σχηματοποίηση του «τι μέλλει γενέσθαι» μέσα στο παρόν. Συνεπώς, αποτελεί ένδειξη σύνεσης και ωριμότητας οι όποιες αλυτρωτικές βλέψεις και οι επίμονοι ή επίπονοι καημοί να προσανατολίζονται πρωτίστως προς τη λύτρωση της οντολογικής, της μέσα μας Πόλης.

Εφόσον κατορθωθεί η παλινόρθωση της Πόλης και όλων όσων αυτή πρεσβεύει στον νου, στην καρδιά και εν γένει στο ανθρώπινο όλον, τότε ίσως δούμε να συντελούνται θαύματα γύρω μας και εντός μας.

Το να καταστήσουμε εαυτούς μικρές Αγίες Σοφίες και μικρές Ρωμανίες, το άνοιγμά μας δηλαδή στις δυνάμεις εκείνες που γνωρίζουν να ανακαινίζουν, αποτελεί θαύμα μέγα. Και τούτο δύναται επαγωγικά να λειτουργήσει τόσο ως παράδειγμα όσο και ως απαίτηση θέσμισης ενός νέου τρόπου ύπαρξης και συνύπαρξης· ως κομιστής ενός οικουμενικού μηνύματος επαναπροσδιορισμού του βίου, βάσει των επιτευγμάτων που συντελέστηκαν στον χώρο της Ανατολικής Αυτοκρατορίας.

Ίσως μάλιστα μια τέτοια πρόταση να αφορά ιδιαιτέρως και τη σύγχρονη δυτική κοινωνία, η οποία δείχνει ολοένα και περισσότερο να βαδίζει στις σκοτεινές ατραπούς της έλλειψης νοήματος, της ασυνεννοησίας και της αβεβαιότητας —μιας πορείας που προμηνύει συνέπειες των οποίων ακόμη και μόνον ο συλλογισμός προκαλεί ανησυχία.

Σχολιάστε