
Οι αριθμοί εντυπωσιάζουν. Εκατομμύρια άνθρωποι ελληνικής καταγωγής ζουν και δημιουργούν εκτός των συνόρων της Ελλάδας. Συχνά αντιμετωπίζουμε αυτό το γεγονός είτε με υπερηφάνεια είτε με νοσταλγία. Σπανιότερα το αντιμετωπίζουμε ως πολιτικό ζήτημα.
Κι όμως, ίσως εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες αναξιοποίητες δυνατότητες του Ελληνισμού.
Για δεκαετίες μάθαμε να ταυτίζουμε την έννοια της πατρίδας με το κράτος. Όμως το ελληνικό κράτος δεν εξαντλεί τον Ελληνισμό. Ο Ελληνισμός υπήρχε πριν από το νεότερο ελληνικό κράτος και πάντοτε το υπερέβαινε. Από τις αρχαίες αποικίες έως τις ακμαίες κοινότητες της διασποράς, η ιστορία μας είναι ιστορία ανθρώπων που κράτησαν ζωντανή τη γλώσσα, την πίστη, τον πολιτισμό και την αυτοσυνειδησία τους, ακόμη και μακριά από τον τόπο καταγωγής τους.
Σήμερα, σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα πιο διασυνδεδεμένος, αυτή η πραγματικότητα αποκτά νέα σημασία. Η Ομογένεια δεν αποτελεί απλώς μια ανάμνηση του μεταναστευτικού παρελθόντος. Είναι ένα πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο με παρουσία στην επιστήμη, την επιχειρηματικότητα, την πολιτική, τον πολιτισμό και την ακαδημαϊκή κοινότητα.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι πόσοι Έλληνες ζουν στο εξωτερικό. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει μια συνεκτική στρατηγική για να συνεργαστεί μαζί τους.
Μια τέτοια στρατηγική δεν μπορεί να περιορίζεται στις εορταστικές εκδηλώσεις ή στις επετειακές αναφορές. Χρειάζεται σταθερούς θεσμούς συνεργασίας, δίκτυα πανεπιστημίων και ερευνητικών κέντρων, ενίσχυση της ελληνόγλωσσης εκπαίδευσης, αξιοποίηση της επιχειρηματικής και επιστημονικής εμπειρίας των αποδήμων και ουσιαστική συμμετοχή τους στον δημόσιο διάλογο.
Όμως η αξία της Ομογένειας δεν εξαντλείται σε όσα μπορεί να προσφέρει στην οικονομία ή στη διπλωματία. Ο απόδημος Ελληνισμός αποτελεί μια ζωντανή μαρτυρία ότι η ελληνική ταυτότητα μπορεί να παραμένει δημιουργική και γόνιμη ακόμη και μακριά από τη γεωγραφική της κοιτίδα. Κάθε ελληνική κοινότητα στο εξωτερικό είναι μια πρόσκληση γνωριμίας με την ιστορία μας, τη γλώσσα μας, τον πολιτισμό μας και έναν τρόπο ζωής που διαμορφώθηκε μέσα από τη συνάντηση της ελληνικής σκέψης με τη χριστιανική παράδοση.
Αυτός ο τρόπος δεν προτείνει απλώς μια πολιτιστική κληρονομιά. Προτείνει μια αντίληψη για τον άνθρωπο ως πρόσωπο· έναν άνθρωπο που ολοκληρώνεται μέσα στη σχέση, στην ελευθερία που συνοδεύεται από ευθύνη, στη συμμετοχή στην κοινότητα και στην αναζήτηση της αλήθειας. Σε μια εποχή όπου κυριαρχεί ο ατομικισμός και η απομόνωση, αυτή η ανθρωπολογική πρόταση δεν αφορά μόνο τους Έλληνες. Μπορεί να αποτελέσει δημιουργική συμβολή στον παγκόσμιο διάλογο για το νόημα της ανθρώπινης ζωής.
Ίσως, τελικά, χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε. Να περάσουμε από τη λογική του «ελληνικού κράτους» στη συνείδηση του «παγκόσμιου Ελληνισμού». Όχι για να υποτιμήσουμε τη σημασία του κράτους, αλλά για να αναγνωρίσουμε ότι το μέλλον του Ελληνισμού δεν θα κριθεί μόνο μέσα στα σύνορά του. Θα κριθεί από την ικανότητά μας να διατηρούμε ζωντανή μια κοινότητα ανθρώπων που μοιράζεται αξίες, πολιτισμό και ευθύνη, όπου κι αν βρίσκεται.
Η μεγαλύτερη δύναμη ενός έθνους δεν είναι μόνο η έκταση της επικράτειάς του ούτε το μέγεθος της οικονομίας του. Είναι η δύναμη του πολιτισμού του να εμπνέει ανθρώπους και να γεννά κοινότητες που συνεχίζουν να δημιουργούν, να προσφέρουν και να μαρτυρούν έναν τρόπο ζωής με οικουμενική προοπτική.