«ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΤΡΕΧΕΙ Ο ΛΟΓΙΣΜΟΣ»

Σε μια πρόσφατη προπόνηση, λίγο πριν ολοκληρώσω τη διαδρομή μου, ένιωσα τον νου να κουράζεται περισσότερο από το σώμα. Τα πόδια συνέχιζαν σχεδόν μηχανικά να υπακούουν στον ρυθμό που είχαν βρει. Ο λογισμός όμως αναζητούσε ήδη μια δικαιολογία για να σταματήσει. Άλλοτε περιπλανιόταν σε εκκρεμότητες της καθημερινότητας, άλλοτε σε πρόσωπα αγαπημένα, άλλοτε σε σκέψεις που εμφανίζονται χωρίς να τις έχεις καλέσει.

Τότε θυμήθηκα τον τίτλο ενός βιβλίου που με έχει συντροφεύσει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια:

«Πού τρέχει ο λογισμός σου;»

Δεν γνωρίζω αν το διάβασα δύο ή τρεις φορές. Γνωρίζω, όμως, ότι σε κάθε νέα ανάγνωση συνάντησα διαφορετικό αναγνώστη. Οι σελίδες παρέμεναν οι ίδιες· εκείνος που άλλαζε ήμουν εγώ. Και ίσως αυτή να είναι η αληθινή δοκιμασία κάθε βιβλίου: όχι αν κατορθώνει να μας συγκινήσει, αλλά αν κατορθώνει να μας συνοδεύσει καθώς μεταβαλλόμαστε.

Η ερώτηση του Δημήτρη Τζεφαλή επέστρεψε εκείνο το πρωινό όχι ως ανάμνηση ενός αναγνώσματος αλλά ως προσωπική πρόκληση.

Πού τρέχει ο λογισμός σου;

Το σώμα ακολουθούσε τον δρόμο. Η αναπνοή είχε βρει τον ρυθμό της. Τα βήματα επαναλάμβαναν τη γνώριμη μουσική της κίνησης. Ο λογισμός όμως βρισκόταν αλλού. Περιπλανώμενος. Αδέσποτος. Πότε σε μνήμες που αρνούνται να υποχωρήσουν, πότε σε προσδοκίες που ζητούν να πραγματοποιηθούν, πότε σε ανησυχίες που διεκδικούν χώρο μεγαλύτερο από εκείνον που τους αναλογεί.

Και τότε αναρωτήθηκα μήπως το ουσιαστικότερο έργο του δρομέα δεν είναι η υπέρβαση της απόστασης αλλά η παιδαγωγία του λογισμού.

Διότι στην εκκλησιαστική μας παράδοση ο λογισμός δεν είναι απλώς μια σκέψη. Είναι κίνηση της ψυχής. Είναι φορά. Είναι προσανατολισμός. Είναι η εσωτερική εκείνη δύναμη που είτε οδηγεί τον άνθρωπο προς το πρόσωπο του άλλου και προς τον Θεό είτε τον εγκλωβίζει στη στενή φυλακή του εαυτού του.

Υπό αυτή την έννοια, κάθε διαδρομή αποκτά μια διάσταση που υπερβαίνει την αθλητική της υπόσταση.

Το τρέξιμο γίνεται άσκηση.

Άσκηση προσοχής.

Άσκηση ελευθερίας.

Άσκηση επιστροφής.

Επιστροφής όχι σε κάποιο γεωγραφικό σημείο αλλά στο κέντρο της ύπαρξης, εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να είναι διασκορπισμένος και αναζητεί ξανά τη χαμένη του ενότητα.

Ίσως η μεγαλύτερη δυσκολία του σύγχρονου ανθρώπου να μην είναι ότι δεν κινείται αρκετά, αλλά ότι κινείται προς πάρα πολλές κατευθύνσεις ταυτόχρονα. Ο λογισμός διασκορπίζεται. Διασπάται σε αμέτρητες μέριμνες, επιθυμίες, φόβους και ερεθίσματα. Ο άνθρωπος βρίσκεται παντού και πουθενά.

Η προσευχή, αντίθετα, συνάγει.

Επαναφέρει τον άνθρωπο από τη διασπορά στην ενότητα.

Από τον θόρυβο στην ησυχία.

Από τη φυγή στην παρουσία.

Και ίσως γι’ αυτό οι ώρες της μοναχικής προπόνησης μοιάζουν ενίοτε με προσευχή. Όχι επειδή εκφέρονται λόγια. Αλλά επειδή, καθώς τα χιλιόμετρα κυλούν, αρχίζουν να καταλαγιάζουν οι περιττοί θόρυβοι. Ο άνθρωπος δεν συναντά κάποιο εντυπωσιακό μυστήριο. Συναντά τον εαυτό του. Και μέσα από αυτή τη συνάντηση μαθαίνει να ακούει βαθύτερα.

Τότε αντιλαμβάνεται ότι δεν τρέχει μόνο για έναν καλύτερο χρόνο.

Δεν τρέχει μόνο για έναν τερματισμό.

Δεν τρέχει μόνο για τη σωματική ευεξία.

Τρέχει γιατί διψά για ελευθερία.

Για εκείνη την ελευθερία που δεν εξαντλείται στην ικανοποίηση των επιθυμιών αλλά συνδέεται με τη δυνατότητα του ανθρώπου να εξέλθει από τη φυλακή της φιλαυτίας και να συναντήσει τον άλλον ως πρόσωπο.

Καθώς ολοκλήρωνα εκείνη τη διαδρομή, συνειδητοποίησα ότι η ερώτηση παρέμενε ανοιχτή.

Και ίσως να είναι ευλογία που παραμένει αναπάντητη.

Διότι υπάρχουν ερωτήματα που δεν μας δίνονται για να τα λύσουμε αλλά για να πορευθούμε μαζί τους.

Το «Πού τρέχει ο λογισμός σου;» είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα τέτοιο ερώτημα.

Ένα ερώτημα δρομικό.

Ένα ερώτημα υπαρξιακό.

Τελικά, ένα ερώτημα βαθιά πνευματικό.

Ύστερα από τόσα χιλιόμετρα δρόμου, εξακολουθώ να μην γνωρίζω με βεβαιότητα πού τρέχει ο λογισμός του ανθρώπου. Ίσως όμως να γνωρίζω λίγο καλύτερα πού αναπαύεται.

Και αυτή η γνώση, για έναν δρομέα, ίσως είναι αρκετή για να συνεχίσει την πορεία του.

Σχολιάστε