
Οι «μικροί αντίχριστοι» δεν εμφανίζονται πάντα με θόρυβο ή συγκρουσιακό μέτωπο. Δεν υψώνουν λάβαρα ούτε μισούν φανερά το Άγιο. Έρχονται «εν τω ονόματι τω ιδίω» — μιλούν δηλαδή όχι στο όνομα του Θεού, αλλά στο όνομα του ανθρώπου, του ψυχολογικού ανθρώπου, του αυτονομημένου ανθρώπου, που συχνά πείθει τον εαυτό του ότι το κέντρο της ύπαρξης βρίσκεται στον ίδιο.
Ο σύγχρονος κόσμος διψά για επιβεβαίωση και όχι πάντα για αλήθεια. Εκεί βρίσκουν πρόσφορο έδαφος οι μικροί αντίχριστοι· μερικές φορές μιλούν με γοητεία στους αμαθείς και με κολακεία στους πολυμαθείς. Στους πρώτους υπόσχονται εύκολες απαντήσεις· στους δεύτερους χαϊδεύουν το κάλλιο της διανοητικής τους αυτάρκειας.
Προσφέρουν συχνά μια αγάπη χωρίς σταυρό και μια ελευθερία χωρίς ευθύνη. Μια αγάπη που συγκαλύπτει τα πάντα, αλλά δεν θεραπεύει πάντα· μια ελευθερία που δεν ανοίγει τον δρόμο προς τον Θεό, αλλά ενδέχεται να δένει τον άνθρωπο πιο σφιχτά στις επιθυμίες του. Η χριστιανική ποιμαντική αγκαλιάζει το πρόσωπο και καταγγέλλει την αμαρτία· αυτοί συχνά κάνουν το αντίθετο, περιβάλλοντας την αμαρτία με στοργική γλώσσα, αφήνοντας το πρόσωπο αθεράπευτο.
Ορισμένοι επικαλούνται τον Παύλο όταν μιλά για την αγάπη, αλλά αποσιωπούν τις υπενθυμίσεις του ότι «πάντα μοι έξεστιν, αλλ’ ου πάντα συμφέρει» (Α΄ Κορ. 6, 12). Η αλήθεια τους επιθυμεί να είναι ανώδυνη, εύπεπτη και αποδεκτή· δύσκολα αντέχει στην κρίση του Ευαγγελίου. Ο νόμος για αυτούς συχνά δεν είναι φραγμός στην πτώση, αλλά εργαλείο νομιμοποίησής της. Δεν καλούν πάντοτε τον άνθρωπο να σηκωθεί· μερικές φορές τον αφήνουν να παραμένει ξαπλωμένος και να ονομάζει την πτώση «δικαίωμα». Δεν δείχνουν πάντα τον δρόμο προς την ασκητική θεραπεία, αλλά προτρέπουν στην ικανοποίηση της επιθυμίας, με αποτέλεσμα το τραύμα να μη θεραπεύεται· απλώς στολίζεται.
Το πιο επικίνδυνο δεν είναι ότι οι μικροί αντίχριστοι εισβάλλουν στον δημόσιο λόγο· είναι ότι μερικές τάσεις τους παρεισφρέουν στη σκέψη ακόμη και εκκλησιαστικών ανθρώπων, οι οποίοι ενδέχεται να μπερδέψουν τη φιλανθρωπία με τον ενδοτισμό, τη διάκριση με τον σχετικισμό, την αγάπη με τη συνενοχή. Τότε η εκκλησιαστική διανόηση κινδυνεύει όχι τόσο από τον κόσμο όσο από την αυτοσυγκράτηση που απολαμβάνει την κολακεία της αντίληψης που έχει για τον εαυτό της. Όπως εύστοχα ειπώθηκε, την πίστη δεν την καταστρέφουν οι εξωτερικοί εχθροί· την υπονομεύει η «χαλασμένη διανόηση» (π. Αλέξανδρος Σμέμαν, Ημερολόγιο 1973-1983, μτφρ Ιωσήφ Ροηλίδης, ΑΚΡΙΤΑΣ, 2018, σ. 28), η οποία στηρίζεται στη βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων, ακόμη και του Θεού.
Ορισμένοι που μιλούν «εν τω ονόματι τω ιδίω» παρεισφρέουν επίσης στη δημόσια ζωή. Στην πολιτική, η γοητεία τους μπορεί να καλλιεργεί την επιβεβαίωση αντί της δικαιοσύνης ή να προωθεί την επιφανειακή συμφωνία αντί της αλήθειας. Σε αποφάσεις που επηρεάζουν κοινότητες και κοινωνίες, τα λόγια τους μερικές φορές φαίνονται λυτρωτικά, ενώ παράλληλα κρύβουν δυσκολίες και ευθύνες.
Στην οικονομία, ορισμένες τάσεις που ακολουθούν τον δρόμο της ψευδούς ελευθερίας — μιας ελευθερίας που δεν ενθαρρύνει πάντα την αυτοσυγκράτηση αλλά δίνει έμφαση στην κατανάλωση και την προσωπική ικανοποίηση — μπορεί να οδηγήσουν σε παγίδες αυτοδικαίωσης. Η γοητεία και η αποδοχή που προσφέρουν μερικές φορές συνδέεται με χρηματικά ή κοινωνικά οφέλη, χωρίς πάντα να λαμβάνεται υπόψη το βαθύτερο τίμημα για την ψυχή ή την κοινότητα. Έτσι, ο πειρασμός δεν περιορίζεται στο άτομο· αγγίζει και δομές που επηρεάζουν τις ζωές πολλών.
Μέσα από τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ, η γοητεία τους γίνεται πανταχού παρούσα· χαϊδεύουν τα αυτιά του πλήθους, δημιουργούν ψευδείς βεβαιότητες και μετατρέπουν την επιφανειακή γνώση σε αίσθημα ολοκληρωμένης κατανόησης. Ο φόβος και η επιθυμία, η πλάνη και η ανασφάλεια, μερικές φορές γίνονται εργαλεία στα χέρια τους, χωρίς να φαίνεται η χειραγώγηση· σαν ένα σκοτάδι ντυμένο με γλυκύτητα.
Κι όμως, η κεντρική αρχή παραμένει ίδια: ο Χριστός δεν έρχεται «εν ονόματι ιδίω», ούτε η αλήθεια Του εξαρτάται από κοινωνικές ή πολιτικές συγκυρίες. Ακόμη και όταν οι μικροί αντίχριστοι φαίνεται να κυριαρχούν στην κοινή ζωή, η αγρύπνια και η διάκριση κρατούν ζωντανό μέσα μας το φως που διαλύει κάθε σκοτάδι.
Οι μικροί αντίχριστοι θα συνεχίσουν να μιλούν «εν τω ονόματι τω ιδίω». Το δικό μας καθήκον είναι να μη χάσουμε την ικανότητα να ακούμε Εκείνον που μιλά «εν ονόματι του Πατρός». Αυτό αρκεί για να διαλύσει κάθε σκοτάδι. Κι αν κάποτε ο θόρυβος της εποχής μάς αποσπά και η γλυκύτητα της πλάνης αμβλύνει το φρόνημα, ας θυμόμαστε πως ο Χριστός δεν ζητά τελειότητα, αλλά διάκριση· δεν ζητά αλάθητους, αλλά άγρυπνους.
Και η αγρύπνια —αυτή η ταπεινή, καθαρή εγρήγορση— είναι αρκετή για να φυλάξει την καρδιά από τη φωνή εκείνων που μιλούν «εν τω ονόματι τω ιδίω». Διότι όταν ακούμε το Όνομα του Πατρός, ακόμη κι αν όλα γύρω σκοτεινιάζουν, μέσα μας αρχίζει ήδη να αχνοφέγγει.
(ΙΔ΄ Κοινωνική Επιστολή)