«ΟΤΑΝ Η ΓΗ ΑΛΛΑΖΕΙ ΧΕΡΙΑ»

https://www.thes.gr/parousiaseis/chalkidiki-to-tourkiko-chorio-pou-chtizetai-stin-gerakini-prokalei-antidraseis-vinteo/

Το δημοσίευμα για την ανέγερση οικισμού στη Γερακινή Χαλκιδικής, με βασικό κοινό αγοραστές από την Τουρκία, δεν αφορά μόνο μια επιχειρηματική δραστηριότητα. Επαναφέρει έναν ευρύτερο προβληματισμό: τη σταδιακή μεταβολή της κυριότητας της ελληνικής γης σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική κρίση οδήγησε πολλούς συμπολίτες μας στην εκποίηση της περιουσίας τους.

Αναπόφευκτα γεννάται ένα δύσκολο ερώτημα: μήπως η παρατεταμένη οικονομική δυσπραγία δεν παράγει μόνο φτωχοποίηση, αλλά και μια κοινωνική κόπωση που διευκολύνει την αποδοχή τετελεσμένων; Μήπως ο οικονομισμός κάμπτει σταδιακά τις αντιστάσεις και διαβρώνει ακόμη και το πατριωτικό αισθητήριο, όταν η ανάγκη υπερισχύει κάθε άλλης σκέψης;

Η απόκτηση γης, κατοικιών και επιχειρήσεων από ξένα συμφέροντα είναι, ασφαλώς, νόμιμη όταν πραγματοποιείται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Η νομιμότητα, όμως, δεν ταυτίζεται πάντοτε με τη δικαιοσύνη, τη φρόνηση ή το δημόσιο συμφέρον. Οι νόμοι ρυθμίζουν συναλλαγές· δεν απαντούν πάντοτε στο ερώτημα ποια επιλογή υπηρετεί καλύτερα το μέλλον ενός τόπου.

Στη θεωρία των διεθνών σχέσεων είναι ευρέως αποδεκτό ότι η οικονομική παρουσία, οι επενδύσεις και η πολιτιστική επιρροή μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσουν μορφές άσκησης ήπιας ισχύος (soft power). Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε επένδυση υπηρετεί μια γεωπολιτική στρατηγική. Σημαίνει, όμως, ότι κάθε σοβαρό κράτος οφείλει να αξιολογεί τέτοιες εξελίξεις όχι μόνο με οικονομικούς, αλλά και με ιστορικούς, κοινωνικούς και γεωστρατηγικούς όρους.
Κι όμως, μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που αντιστέκονται σιωπηλά. Χωρίς συνθήματα και θορύβους, εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η αξία ενός τόπου δεν εξαντλείται στην εμπορική του τιμή. Ότι η γη δεν είναι απλώς εμπόρευμα, αλλά φορέας μνήμης, ταυτότητας και συνέχειας.

Ίσως, τελικά, το ουσιαστικό ερώτημα να μην είναι ποιος αγοράζει, αλλά αν εμείς γνωρίζουμε τι σημαίνει αυτό που πουλάμε.

Ίσως γι’ αυτό επιστρέφω συχνά στους στίχους ενός παλαιότερου ποιήματός μου.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ

Βαδίζαμε
με κάλυψη τον ίσκιο των τειχών,
κρυφά απ’ αντηλιές παράταιρες, από υπομνήσεις άβολες,
κωφεύοντας σε γλώσσες θρυπτικές,
ψηλαφητά τ’ άφεγγα βράδια π’ όλο πλήθαιναν

[…]
βαδίζαμε
[…]

Απ’ τα ξενοσπαρμένα ονείρατ’ αλλοπρόσαλλοι,
αιώνες δυο στον τρίτο και στις αναποδιές –που πλήθαιναν κι αυτές–
επαφρίζοντας τας εαυτών αισχύνας, κοντοστεκόμασταν: σε φθόγγους
που ’παψαν να ραβδίζουν∙ στης φύσης τα συμβεβηκότα∙ στου
λιναριού τα πάθη∙ στ’ αρρήτου την ανάμνηση που άστραφτε στα
πρόσωπά μας άλλοτε ωσάν –ας πούμε– Ιούλης∙ με μαντεψιές άραγε
τίνος του ’μελλε να κορνιζαριστεί, ποιος θ’ αγιογραφηθεί ή ποιον η
λήθη του επεφύλασσε μια παρουσία απούσα.

Και της ουράς μας τ’ ανέμελο σκέρτσο παίρνοντας στο κατόπι,
βαδίζαμε

στον ίσκιο των τειχών που σιωπηρά
άλλαζαν χέρια.

Σχολιάστε