ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ: ΜΙΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Σαμοθράκη, στην Οικεία Ν. Φαρδύ, στην οποία άλλοτε φιλοξενήθηκε ο Ίων Δραγούμης

Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισε το ταξίδι. Οι περισσότεροι θα πουν ότι άρχισε όταν το πλοίο άφησε πίσω του την Αλεξανδρούπολη και μπήκε στο Θρακικό Πέλαγος. Άλλοι, όταν εμφανίστηκε στον ορίζοντα η σκοτεινή μάζα του Σάου, να αναδύεται από τη θάλασσα σαν βουνό που ξέχασε να βυθιστεί. Νομίζω όμως πως τα αληθινά ταξίδια αρχίζουν πάντα λίγο αργότερα, τη στιγμή που κάτι συνηθισμένο μετατρέπεται ξαφνικά σε κάτι που δεν μπορείς εύκολα να εξηγήσεις.

Η Σαμοθράκη ανέκαθεν ήταν τόπος μυστηρίων. Πριν από τους χάρτες και τα τουριστικά φυλλάδια, πριν από τις φωτογραφίες και τα δρομολόγια, υπήρχε ως τόπος μύησης. Άνθρωποι από ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο διέσχιζαν το πέλαγος για να λάβουν μέρος σε τελετές που κανείς δεν περιέγραψε ποτέ ολοκληρωμένα. Οι μυημένοι έφευγαν διαφορετικοί απ’ ό,τι είχαν φτάσει, αλλά σιωπούσαν. Ίσως επειδή υπάρχουν εμπειρίες που χάνουν την ουσία τους όταν γίνονται λέξεις.

Το κατάλαβα ένα μεσημέρι κοντά στη Γριά Βάθρα. Ο ήλιος στεκόταν ψηλά και οι πέτρες είχαν εκείνη τη λευκή λάμψη που αποκτούν μόνο στα νησιά του βόρειου Αιγαίου. Τα νερά κατέβαιναν από το βουνό όπως κατεβαίνουν εδώ και χιλιάδες χρόνια, αδιάφορα για αυτοκρατορίες, θρησκείες και ανθρώπινες υποθέσεις. Εκεί, ανάμεσα σε φωνές, σκιές και περαστικούς ταξιδιώτες, ένιωσα ξαφνικά πως κάτι δεν ανήκε στην καθημερινότητα του κόσμου. Όχι κάτι που θα μπορούσα να περιγράψω. Μια παρουσία, περισσότερο αίσθηση παρά γεγονός, που πέρασε από μπροστά μου και χάθηκε μέσα στην ημέρα.

Δεν κράτησε πολύ. Τα σημαντικότερα πράγματα δεν κρατούν ποτέ πολύ. Συνέχισα τη διαδρομή μου, περπάτησα στα μονοπάτια, κάθισα σε ταβέρνες, μίλησα με ανθρώπους που ακόμη θυμούνται πως η φιλοξενία δεν είναι επάγγελμα αλλά τρόπος ύπαρξης. Τις ημέρες εκείνες φιλοξενήθηκα στην οικία του Νικολάου Φαρδύ, ίσως της σημαντικότερης προσωπικότητας που γέννησε το νησί. Στο ίδιο σπίτι είχε φιλοξενηθεί, κατά το πέρασμά του από τη Σαμοθράκη, ο Ίων Δραγούμης. Υπάρχουν σπίτια που διατηρούν κάτι από τους ανθρώπους που πέρασαν από μέσα τους. Όχι απαραίτητα μια ανάμνηση, αλλά μια αίσθηση συνέχειας.

Κι όμως, κάπου στο βάθος της σκέψης μου υπήρχε η αίσθηση ότι η Σαμοθράκη δεν είχε ακόμη ολοκληρώσει όσα ήθελε να πει. Ίσως γιατί ορισμένοι τόποι δεν εξαντλούνται σε όσα βλέπεις. Ο μυστικός τρόπος της Ορθοδοξίας, άλλωστε, γνωρίζει πως η πραγματικότητα δεν εξαντλείται στο ορατό και πως δεν χρειάζεται κάθε τι που βιώνεται να μετατρέπεται αμέσως σε εξήγηση. Υπάρχουν πράγματα που γίνονται κατανοητά περισσότερο με την εμπειρία και λιγότερο με τις λέξεις.

Το κατάλαβα την ημέρα της αναχώρησης. Το πλοίο άφηνε σιγά σιγά το λιμάνι. Ο κόσμος είχε πάρει τις θέσεις του. Άλλοι κοιτούσαν τις οθόνες των κινητών τους, άλλοι συζητούσαν για δουλειές και επιστροφές, άλλοι κοιτούσαν αδιάφορα το νερό που άνοιγε πίσω από την πρύμνη. Κι εκεί, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνώριζαν ο ένας τον άλλον, εμφανίστηκε ξανά εκείνη η παράξενη αίσθηση. Σαν το νησί να είχε επιβιβαστεί στο καράβι. Σαν ένα μικρό κομμάτι του Σάου να είχε εγκαταλείψει για λίγο τις κορυφές του.

Τότε κατάλαβα κάτι που δεν είχα αντιληφθεί νωρίτερα. Ορισμένοι τόποι δεν κατοικούνται μόνο από ανθρώπους. Κατοικούνται από μνήμες, από εικόνες, από στιγμές που εμφανίζονται για λίγο και ύστερα επιστρέφουν στον χώρο από τον οποίο ήρθαν. Ίσως γι’ αυτό η Νίκη της Σαμοθράκης δεν έχει κεφάλι και χέρια. Οι αρχαίοι γλύπτες γνώριζαν ότι το ουσιώδες δεν βρίσκεται πάντοτε στα χαρακτηριστικά, αλλά στην κίνηση. Στην αίσθηση ότι κάτι πέρασε από μπροστά σου και συνέχισε το ταξίδι του.

Όταν ο Απόστολος Παύλος πέρασε από τη Σαμοθράκη, στον δρόμο προς τη Μακεδονία, δεν έμεινε παρά μία νύχτα. Κι όμως, η ιστορία θυμάται το πέρασμά του δύο χιλιάδες χρόνια μετά. Υπάρχουν συναντήσεις που διαρκούν ελάχιστα και αφήνουν μακρύ αποτύπωμα. Όχι επειδή συνέβη κάτι. Αλλά επειδή δεν συνέβη. Επειδή έμειναν ανολοκλήρωτες. Επειδή δεν πρόλαβαν να φθαρούν από τις εξηγήσεις.

Καθώς το πλοίο απομακρυνόταν, το βουνό σκοτείνιαζε πίσω από την απογευματινή αχλή. Η Σαμοθράκη γινόταν ξανά σχήμα, μετά σκιά, έπειτα γραμμή στον ορίζοντα. Κι όμως, για πρώτη φορά, είχα την εντύπωση ότι δεν έφευγα μόνο εγώ από το νησί. Κάτι έφευγε και από το νησί μαζί μου. Κάτι που δεν θα μπορούσα να περιγράψω χωρίς να το μικρύνω. Κάτι που οι αρχαίοι ίσως θα ονόμαζαν μυστήριο και οι νεότεροι ίσως απλώς ανάμνηση. Εγώ προτιμώ να μη δώσω κανένα όνομα.

Γιατί ορισμένα πράγματα οφείλουν να παραμένουν όπως τα πρωτοσυνάντησες: μια στιγμή καλοκαιρινού φωτός, ένα βλέμμα που δεν έγινε ποτέ ιστορία και ένα νησί που συνεχίζει να ταξιδεύει μέσα σου πολύ καιρό μετά την αναχώρηση.

Σχολιάστε